Η ΚΙΣΑ, στα πλαίσια της αποστολής της, ανταποκρίθηκε στο αίτημα συγγενών  προσφύγων που έφθασαν με πλοιάριο στη Κύπρο με σκοπό να ζητήσουν προστασία  και αντί αυτού υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν στις 8/9/2020 πίσω στο Λίβανο με πλοίο της ακτοφυλακής της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς να τους δοθεί πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου.  Η ΚΙΣΑ έπραξε το αυτονόητο και απολύτως αναγκαίο, ενημερώνοντάς τους για τα δικαιώματά τους βάσει του προσφυγικού δικαίου και του δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σημειώνεται ότι με την επιστροφή τους στο Λίβανο, οι αιτητές συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση και ανέφεραν ότι φοβούνται την προώθησή τους στη Συρία.

Ελλείψει σχετικών, κατάλληλων και αποτελεσματικών ένδικων μέσων σε εσωτερικό επίπεδο, τα οποία αποκλείστηκαν κατ’ απόλυτο τρόπο λόγω της άμεσης επαναπροώθησης του πλοιαρίου στο Λίβανο, οι πιο πάνω αιτούντες διεθνούς προστασίας αποφάσισαν και άσκησαν το δικαίωμά τους να προσφύγουν απευθείας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της επαναπροώθησής τους στο Λίβανο από όπου υφίσταται σοβαρότατος κίνδυνος, ειδικά για όσους είναι Σύριοι, να προωθηθούν στη Συρία και να θανατωθούν ή να υποβληθούν σε βασανιστήρια, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ή/και τιμωρία.

Η κυβέρνηση, στον ημερήσιο τύπο παραπονείται για το ως άνω διάβημα, ξεχνώντας ότι παρανόμως και προ πολλού έκλεισε κάθε κανάλι επικοινωνίας και διαβούλευσης στα θέματα μετανάστευσης και ασύλου με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) και την ΚΙΣΑ καθώς και ότι οι νομοθετικές διατάξεις του ενωσιακού και του εσωτερικού δικαίου σχετικά με την ανάγκη οι αιτούντες και οι πρόσφυγες να έχουν πρόσβαση στις ΜΚΟ και την ΚΙΣΑ και αντιστρόφως, έχουν καταστεί γράμμα κενό.

Η αρχή της μη επαναπροώθησης (non–refoulement), περιλαμβανομένης της μη έμμεσης επαναπροώθησης, της προώθησης δηλαδή σε χώρα όπου διατρέχεται σοβαρός κίνδυνος να προωθήσει σε χώρα σοβαρού κινδύνου για τη ζωή τους και το δικαίωμά τους σε προστασία από βασανιστήρια, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση ή/και τιμωρία, συνιστά τον πυρήνα του προσφυγικού δικαίου και συνεπάγεται ορισμένες από τις σοβαρότερες υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη βάσει του διεθνούς και του εσωτερικού δικαίου. Οι υποχρεώσεις αυτές σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με ελαφρότητα, να παραβιάζονται και να υποκαθίστανται από πιθανολογήσεις και ατεκμηρίωτες κινδυνολογίες από πλευράς των κρατών. Μπροστά στον σημαντικότερο κανόνα του δικαίου του ασύλου δεν χωρούν λαϊκίστικες δηλώσεις ως αυτές του Υπουργού Εσωτερικών της Δημοκρατίας όπως ότι «οι αντοχές μας βρίσκονται στα όρια τους» ή ότι πρόκειται περί «στοχευμένης προσπάθειας με διακινητές και κυκλώματα» οι οποίες προτάσσονται πλέον για συστηματικές επαναπροωθήσεις.

Οι κυπριακές αρχές δεν προέβησαν σε καμία εξατομικευμένη εκτίμηση των προσφευγόντων στο ΕΔΔΑ, ως προς τις ανάγκες τους και τους λόγους για τους οποίους βρέθηκαν στις ακτές της Δημοκρατίας. Επίσης, δεν παρείχαν το παραμικρό περιθώριο πρόσβασης στη διαδικασία της διεθνούς προστασίας και δεν έλαβαν καμία εκ των νομικών προϋποθέσεων του προσφυγικού δικαίου υπόψη, οι οποίες δεν κάμπτονται από το γεγονός της ‘παράνομης εισόδου’.

Τα γεγονότα αυτά παραβιάζουν πλείστες πτυχές του δικαίου του ασύλου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τη διεθνή Σύμβαση της Γενεύης αλλά και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όλες πηγές δικαίου οι οποίες δεσμεύουν απόλυτα τη Δημοκρατία.

Οι ως άνω παραβιάσεις όμως κάθε άλλο παρά μεμονωμένες είναι αφού όλες οι εξελίξεις δείχνουν μία συνεπή και συνεχώς αυξανόμενη τάση παραβίασης των αρχών του κράτους δικαίου, μέσα από καθημερινούς και συστηματικούς περιορισμούς και παραβιάσεις δικαιωμάτων των αιτούντων ασύλου και των προσφύγων, πολιτικές, νομοθετικές και συνταγματικές τροποποιήσεις, καθώς και κατάχρηση του μέτρου της κράτησής τους.

Η προσφυγή στο ΕΔΔΑ μέσω της διαδικασίας του Rule 39 ανοίγει το δρόμο ώστε η κυβέρνηση να λογοδοτήσει επιτέλους ενώπιον του κατεξοχήν αρμόδιου για το δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων Δικαστηρίου της Ευρώπης, για πράξεις και πολιτικές οι οποίες παραβιάζουν το δίκαιο αυτό καθότι οι εν λόγω παραβιάσεις δεν μπορούν να συνεχίζονται επ’ αόριστο και να επιφέρουν καθημερινά μη αναστρέψιμες απώλειες σε ζωές και σε αναφαίρετα θεμελιώδη δικαιώματα εκατοντάδων ανθρώπων.

Διοικητικό Συμβούλιο


[i] https://kisa.org.cy/wp-content/uploads/2020/09/RLet-EDAD-CY-Pushbacks-09092020.pdf