ga('create', 'UA-116984191-1', 'auto'); ga('send', 'pageview');

Ανησυχητικές και επικίνδυνες οι τοποθετήσεις και αντιδράσεις της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που είδαν το φως της δημοσιότητας τις μέρες αυτές με αφορμή ερωτήματα που της τέθηκαν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών. Εξίσου απογοητευτική είναι η μέχρι σήμερα στάση της προς τα απαιτητικά θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που φτάνουν κοντά της με ελάχιστη προσδοκία να τους δοθεί ορατότητα και φωνή, από τον κατεξοχήν αρμόδιο φορέα ανεξάρτητης παρέμβασης. Θέματα διακρίσεων, ρατσισμού, ρητορικής μίσους, ρατσιστικής βίας, θέματα μετανάστευσης και ασύλου και όχι μόνο.

Ένα χρόνο μετά το διορισμό της κ. Μαρίας Στυλιανού – Λοττίδη στη νευραλγική αυτή θεσμική θέση για τον κόσμο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της χώρας, όχι μόνο επαληθεύονται αλλά και επιτείνονται οι ανησυχίες που εκφράστηκαν προ πολλού από την ΚΙΣΑ και άλλες ΜΚΟ για την ανάγκη ο θεσμός να συνεχίσει να έχει περιεχόμενο, θέση, δυναμική παρουσία και λειτουργία αντάξια των αρμοδιοτήτων του, αλλά και των προκάτοχών του.

Το ότι η νέα Επίτροπος επιλέγει να μην διερευνά αλλά και να μην τοποθετείται σχετικά με περιστατικά, ανακοινώσεις και αντιδράσεις στο δημόσιο λόγο διάχυτες από ρατσιστικό και μισάνθρωπο περιεχόμενο και αντί αυτού, είτε να επαναπαύεται από την εκ των υστέρων και μετά από δημόσια κατακραυγή «διευθέτησή» τους είτε να δηλώνει ότι τα θέματα αυτά δεν είναι κατά την κρίση της επαρκώς συνδεδεμένα με το δημόσιο συμφέρον, εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς την καταλληλότητα, τη δυνατότητα αλλά και την προθυμία της κ. Λοττίδη να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο που της ανατέθηκε.

Στα δύο παραδείγματα που συζητήθηκαν στην Επιτροπή Θεσμών, η ΚΙΣΑ έχει να προσθέσει ένα σημαντικό αριθμό απαντήσεων που έλαβε σε παράπονα που υποβλήθηκαν στο Γραφείο της Επιτρόπου και την Αρχή κατά των Διακρίσεων,εκ μέρους μεταναστών, ακόμα και όταν αυτά αφορούσαν σε πολλαπλά ευάλωτα άτομα (π.χ. παιδιά, γυναίκες, εργαζόμενοι), τα οποία είναι εκτεθειμένα στη βία, την εκμετάλλευση και άλλα αθέατα στην κυπριακή κοινωνία φαινόμενα (έμφυλη βία, σεξουαλική παρενόχληση και κακοποίηση στην εργασία, μεταχείριση ασυνόδευτων ανήλικων, απελάσεις, ρατσιστικά και μισαλλόδοξα σχόλια). Οι απαντήσεις της Επιτρόπου στις υποθέσεις αυτές έχουν κοινή κατάληξη. την απόφαση να μην διερευνηθούν αλλά και τη μη υποβολή οποιωνδήποτε εισηγήσεων προς τις αρχές αφού επικαλούνται παρεμβάσεις των προηγούμενων Επιτρόπων –χωρίς όμως οι θέσεις τους να υιοθετούνται και να τίθενται εκ νέου προς τις υπηρεσίες. Ακόμα., οι απαντήσεις  είτε παραπέμπουν σε άλλες υπηρεσίες ωσάν η Επίτροπος να μην ελέγχει τις υπηρεσίες αυτές από τη θέση του ανεξάρτητου φορέα, είτε αναπαράγουν τις ίδιες τις θέσεις των υπηρεσιών, χωρίς οποιαδήποτε τοποθέτηση. Σε κάθε περίπτωση, αναδεικνύουν μία άκρως επιδερμική (ή και καθόλου) διερεύνηση και μια εύκολη «διεκπεραίωση» των θεμάτων, η οποία είναι αισθητή σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι απαντήσεις αυτές λίγο διαφέρουν από τις απαντήσεις των ίδιων των υπηρεσιών που καταγγέλλονται.

Τονίζεται δε  ότι για πρώτη φορά στην ιστορία του, το Γραφείο της Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων  ρητά απέκλεισε τη στήριξη  του έργου των ΜΚΟ και τη συνεργασία  μαζί τους, σε αντίθεση με τις απαιτήσεις των Αρχών  των Παρισίων (Paris Principles)  που διέπουν τη λειτουργία του θεσμού αυτού αλλά και στον ίδιο τον περί Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Νόμο. Το Γραφείο της Επιτρόπου αξιολογήθηκε στο παρελθόν και δεν μπόρεσε να περάσει τα αυστηρά κριτήρια για να του αποδοθεί καθεστώς Α’ σε σχέση με τη συμβατότητα του με τις Αρχές των Παρισίων, διαπιστεύτηκε όμως με το καθεστώς Β’ λόγω της ποιότητας του έργου που παρήγαγε. Δυστυχώς, η σημερινή εικόνα που παρουσιάζει το Γραφείο της Επιτρόπου όχι μόνο δεν θα συμβάλει στη βελτίωση της κατάταξης αλλά πιθανότητα θα οδηγήσει στην περαιτέρω υποβάθμιση του καθεστώτος του αναιρώντας τα όσα επιτεύχθηκαν μέχρι σήμερα.

Στο πρόσωπο κάθε αρχής που διά νόμου φέρει τον τίτλο του ανεξάρτητου εξωδικαστικού φορέα καταπολέμησης των διακρίσεων και προστασίας, προαγωγής και προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το ελάχιστο που αναμένεται είναι, αν όχι η παρέμβαση, η τοποθέτηση ακόμα και όταν αυτή περιορίζεται σε προληπτικό ή καθοδηγητικό επίπεδο. Αναμένεται η ανά πάσα στιγμή ετοιμότητά της να λάβει θέση απέναντι από τις κρατικές υπηρεσίες και όχι δίπλα τους αλλά και η δικαίωση των ανθρώπων που απευθύνονται στο Γραφείο της, μέσα από την εφαρμογή των αρχών ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκεί όπου οι προκλήσεις είναι δυσκολότερες και όχι μόνο όταν οι δυσκολίες αυτές ήδη αναγνωρίζονται και αντιμετωπίζονται από τη ίδια την πολιτεία. Διότι, όταν ο Επίτροπος, από τη μοναδική στη χώρα μας θέση που βρίσκεται, αντί να τοποθετείται και να παρεμβαίνει στα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, επιλέγει να τα αποσιωπά ή και να τηρεί στάση ουδετερότητας, αυτό δεν ισοδυναμεί μόνο με άρνηση άσκησης των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του αλλά και με πράσινο φως για όσους παραβιάζουν τα εν λόγω δικαιώματα και κάλεσμα να συνεχίσουν να το πράττουν ανεμπόδιστα και χωρίς να είναι υπόλογοι σε κανένα.

 Η κ. Λοττίδη δυστυχώς αντιλαμβάνεται την έννοια της ανεξαρτησίας μόνο σε προσωπικό επίπεδο, ενώ τα λεγόμενά της αποκαλύπτουν την άγνοια της για την πραγματική σημασία της ανεξαρτησίας του θεσμού και των αρχών που εμπερικλείει, αφού φαίνεται να αρνείται να αντιληφθεί ότι οι ανεξάρτητες αρχές διέπονται από διαφορετικό νομοθετικό πλαίσιο και αρμοδιότητες από αυτές του Επιτρόπου Διοικήσεως ως αυτό ίσχυε όταν το Γραφείο πρωτοδημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1990. Αυτό που δεν αναγνωρίζει είναι ότι οι αρχές καταπολέμησης του ρατσισμού και των διακρίσεων και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εκπροσωπεί το ίδιο Γραφείο, θα μπορούσαν να είχαν ανατεθεί σε άλλο φορέα. Παρόλα αυτά ανατέθηκαν εν τέλει στον Επίτροπο Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ακριβώς για να ασκούνται,  δεδομένης και της διαχρονικής πορείας του θεσμού στα ίδια αυτά θέματα δικαιωμάτων.

 Η αδράνεια και η απροθυμία άσκησης αρμοδιοτήτων στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των διακρίσεων που με λύπη παρατηρείται στο νέο Γραφείο της  Επιτρόπου ακόμα και από μία απλή επίσκεψη στην ιστοσελίδα του, δεν μπορεί παρά να εντείνει ακόμη περισσότερο τον προβληματισμό αναφορικά αφενός, με τις προϋποθέσεις και διαδικασίες που θα πρέπει νομοθετικά να καθορίζουν το διορισμό του εκάστοτε Επιτρόπου και, αφετέρου, το κατά πόσο θα πρέπει στο θεσμό του Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να συνεχίσουν να συγκεντρώνονται οι Ανεξάρτητες Αρχές για τα τις Διακρίσεων και το Ρατσισμού, της Ισότητας, του Εθνικού Μηχανισμού Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Αρχών Καταπολέμησης των Βασανιστηρίων και της Παρακολούθησης της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία.

Η ΚΙΣΑ καλεί τη Βουλή των Αντιπροσώπων και όλους τους άλλους αρμόδιους κρατικούς φορείς όπως εξετάσουν  τα ζητήματα αυτά , σύντομα και έγκαιρα, προτού το κενό που έχει ήδη δημιουργηθεί γίνει ακόμα μεγαλύτερο ή, ακόμα, ανυπέρβλητο.

Ανακοίνωση Τύπου – 27.04.2018

 

Subscribe To Kisa Newsletter

Subscribe To Kisa Newsletter

Join our mailing list to receive the latest news and updates from our team. KISA's activity is focused on the fields of Migration, Asylum, Racism, and Trafficking, as well as raising awareness in Cypriot society.

You have Successfully Subscribed!