ga('send', 'pageview');

Migration_Is_Not_A_Crime

 

Αρ. Φακ.: A/Π 442/2013

 

Έκθεση Επιτρόπου Διοικήσεως σχετικά με την κράτηση υπηκόου Σρι-Λάνκα,

με μακρόχρονη παραμονή στη χώρα, μητέρας ενός παιδιού

 

Λευκωσία, 30 Ιουλίου 2013

 

Προϊστάμενος: Άριστος Τσιάρτας

Ερευνών Λειτουργός: Ζηναΐδα Ονουφρίου

 

Aντικείμενο Παραπόνου

 

Η κυρία Ν. Α., υπέβαλε με επιστολή της ημερομηνίας 6 Μαρτίου 2013, παράπονο εκ μέρους της κυρίας S. F. (ARC …, B…), υπηκόου Σρι-Λάνκα, σχετικά με τη σύλληψη και κράτησή της αρχικά στον αστυνομικό σταθμό Ορόκλινης και επί της παρούσης στο Χώρο Κράτησης Μεταναστών στη Μενόγεια.

Η κυρία S., ανέφερε ότι διαμένει και εργάζεται στην Κύπρο τα τελευταία 14 χρόνια. Ωστόσο, εδώ και δύο χρόνια η άδεια παραμονής της έχει λήξει. Η παραπονούμενη απέκτησε στην Κύπρο, ένα κοριτσάκι την Himena Parami, 6 ετών, το οποίο μεγαλώνει μόνη της. Το παιδί, το οποίο διαμένει με φιλικό πρόσωπο της μητέρας του, βρίσκεται σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση λόγω του αποχωρισμού του από την τελευταία.

Επειδή θεωρώ ότι η σύλληψη και κράτηση της παραπονούμενης, χωρίς να εξεταστούν εναλλακτικά, ηπιότερης μορφής, μέτρα, δεν συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, καθώς δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη ούτε η μακρόχρονη παραμονή της ούτε τα θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού της, αποφάσισα να προχωρήσω στην υποβολή της παρούσας έκθεσης

 

Διερεύνηση

 

Στα πλαίσια της διερεύνησης του παραπόνου, έστειλα, στις 8 Μαρτίου 2013, επείγουσα επιστολή στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, ζητώντας να εξεταστεί το ενδεχόμενο άρσης της κράτησης της παραπονούμενης και της χορήγησης άδειας παραμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, συνεκτιμώντας την μακρόχρονη παραμονή της στη χώρα και την ύπαρξη ενός 6χρονου παιδιού το οποίο έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στην Κύπρο.  Εναλλακτικά, ζήτησα να εξεταστεί η πιθανότητα χορήγησης προσωρινής άδειας παραμονής λίγων μηνών ώστε η κυρία S. να μπορέσει να διευθετήσει τις εκκρεμότητες που συνεπάγεται  η αναχώρησή της. Ταυτόχρονα, αποτάθηκα στην Υπηρεσία Ασύλου για να ενημερωθώ για το ιστορικό της παραπονούμενης και την τύχη του διαβατηρίου της.

Στις 3 Απριλίου, ο Γενικός Διευθυντής με ενημέρωσε ότι «θα προωθηθεί η ταχεία απέλαση της παραπονούμενης» και ότι δεν μπορούν να αξιολογούνται υπέρ της και τα χρόνια παράνομης παραμονής τα οποία θα έπρεπε να «επαρκούσαν για την προετοιμασία της επιστροφής της στην πατρίδα της».

Κρίνοντας ως ιδιαίτερα ανεπιεική την πιο πάνω απάντηση, έστειλα επιστολή στον Υπουργό Εσωτερικών, στις 10 Απριλίου 2013, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι παρά τη διετή παράνομη διαμονή, η συνολική παραμονή της επί 14 χρόνια στην Κύπρο, συνεπάγεται, αν μη τι άλλο, τη δημιουργία πρακτικών εκκρεμοτήτων που χρειάζονται χρόνο για να διευθετηθούν.

Στην εν λόγω επιστολή έκανα αναφορά στην Ευρωπαϊκή Οδηγία 2008/115/ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στον Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο, και προνοεί ότι η κράτηση με σκοπό την απέλαση αποτελεί την έσχατη λύση και πρέπει να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας.  Θεωρώντας λοιπόν ότι η κράτηση της παραπονούμενης και ο αποχωρισμός της από την κόρη της είναι πολύ ανεπιεικές μέτρο το οποίο είναι σε σύγκρουση με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, ζήτησα αφενός να αντικατασταθεί η κράτησή της με πιο ήπια μέτρα και αφετέρου όπως της δοθεί προσωρινή άδεια παραμονής μερικών μηνών για να μπορέσει να προετοιμάσει την επιστροφή της στη χώρα της.

Εν τω μεταξύ, στις 18 Απριλίου 2013, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου με ενημέρωσε ότι η παραπονούμενη υπέβαλε αίτημα ασύλου το 2004 το οποίο απορρίφθηκε πέντε χρόνια αργότερα. Το δε διαβατήριό της φαίνεται να παραλήφθηκε από το Κλιμάκιο της ΥΑΜ Λάρνακας στις 20 Μαρτίου 2013.

Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών, μου απάντησε εκ νέου στις 8 Μαΐου 2013, εκφράζοντας τη διαφωνία του με τον τρόπο που προσεγγίζω το θέμα. Συγκεκριμένα, στην επιστολή αναφέρει ότι «οι αλλοδαποί υπήκοοι, οι οποίοι επιλέγουν με ελεύθερη βούληση να παρανομήσουν, να αγνοήσουν την κυπριακή νομοθεσία και να επιβάλουν την παρουσία τους στον τόπο δεν μπορεί να περιγράφονται με όρους που τείνουν να τους παρουσιάσουν ως θύματα της ανεπιεικούς στάσης της αρμόδιας Αρχής». Προσθέτει επίσης ότι «κύρια ευθύνη για την ταλαιπωρία του ανηλίκου φέρει η μητέρα του, αφού η ίδια δημιούργησε τις συνθήκες που οδηγούν σε αυτό το αποτέλεσμα». Τέλος, καταλήγει ότι θα ήταν δυνατόν να εξεταστεί τερματισμός της κράτησης της παραπονούμενης «νοουμένου ότι θα προσκομισθούν αντίγραφα αεροπορικών εισιτηρίων επιστροφής της ίδιας και του παιδιού όχι αργότερα από το τέλος Ιουνίου 2013».

 

Θεσμικό Πλαίσιο

 

Η προαναφερόμενη Ευρωπαϊκή  Οδηγία 2008/115/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών ενσωματώθηκε στην κυπριακή έννομη τάξη με το Νόμο 153 (Ι) του 2011 ο οποίος τροποποίησε σχετικά τον Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο. Στο νόμο προβλέπεται ότι κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της επιστροφής πρέπει να λαμβάνονται, μεταξύ άλλων, δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η οικογενειακή ζωή (Αρ. 18ΟΖ).

Σχετικά με την κράτηση των παρανόμως διαμενόντων αλλοδαπών ο νόμος, προβλέπει ότι μπορεί να αποφασίζεται με διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών «εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπεται να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα επαρκή αλλά λιγότερο αναγκαστικά μέτρα» ακολουθώντας την αντίστοιχη πρόνοια της Οδηγίας (Αρ. 18ΠΣΤ). Το διάταγμα κράτησης υπόκειται σε προσφυγή βάσει του Αρ. 146 του Συντάγματος, δυνατότητα για την οποία πρέπει να ενημερώνεται κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο. Ταυτόχρονα ο Υπουργός Εσωτερικών επανεξετάζει αυτεπάγγελτα κάθε δίμηνο κάθε διάταγμα κράτησης ή κατ’ αίτηση του επηρεαζόμενου υπηκόου τρίτης χώρας σε οποιοδήποτε εύλογο χρονικό διάστημα. Συγχρόνως, η διάρκεια κράτησης υπόκειται σε αίτηση για έκδοση διατάγματος habeas corpus, για το οποίο επίσης πρέπει να ενημερώνεται το επηρεαζόμενο άτομο.

Στον περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο ορίζεται ότι η απόφαση επιστροφής προβλέπει κατάλληλο χρονικό διάστημα για οικειοθελή αναχώρηση που κυμαίνεται μεταξύ επτά και τριάντα ημερών, αλλά, εφόσον απαιτείται, το διάστημα αυτό μπορεί να παραταθεί εάν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις όπως η διάρκεια της παραμονής, η ύπαρξη παιδιών που φοιτούν σε σχολείο και η ύπαρξη άλλων οικογενειακών και κοινωνικών δεσμών (Αρ. 18ΟΘ).  Κατά το διάστημα που προβλέπεται για την οικειοθελή αναχώρηση μπορεί να επιβληθούν ορισμένες υποχρεώσεις που να στοχεύουν στην αποτροπή του κινδύνου διαφυγής, όπως η τακτική εμφάνιση ενώπιον των αρχών, η κατάθεση κατάλληλης οικονομικής εγγύησης, η κατάθεση εγγράφων ή η υποχρέωση παραμονής σε ορισμένο μέρος.

Ο Οργανισμός Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Fundamental Rights Agency-FRA) σε έκθεσή του σχετικά με την κράτηση των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται σε διαδικασία επιστροφής,  υπογράμμισε ότι από μόνο του το γεγονός ότι κάποιος είναι παράτυπος μετανάστης δεν θα πρέπει να αποτελεί επαρκή λόγο για την κράτησή του. Το μέτρο της κράτησης θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο αφού εξεταστεί κατά πόσο αυτό είναι αναγκαίο και ανάλογο για την κάθε περίπτωση[1].

Στην έκθεσή του, το FRA επισημαίνει ότι οι εθνικές νομοθεσίες θα πρέπει να υποχρεώνουν τις αρχές να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση κατά πόσο η επιστροφή του υπηκόου τρίτης χώρας μπορεί να διασφαλιστεί με λιγότερο αναγκαστικά μέτρα.

Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης , υιοθέτησε το Μάιο του 2005, 20 Κατευθυντήριες Οδηγίες σχετικά με τις αναγκαστικές επιστροφές[2]. Στην εισαγωγή των Κατευθυντήριων Οδηγιών, επισημαίνεται ότι η εθελούσια επιστροφή είναι προτιμότερη από την αναγκαστική και εγκυμονεί λιγότερους κινδύνους σε σχέση με το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συστήνεται συνεπώς στα κράτη μέλη να προωθούν την εθελούσια επιστροφή, ειδικότερα με το να παραχωρούν ένα εύλογο χρονικό διάστημα στον υπήκοο τρίτης χώρας για να συγκατατεθεί με την απόφαση επιστροφής και με το να δίνουν πρακτική βοήθεια όπως κίνητρα, κάλυψη εξόδων μεταφοράς, παροχή σαφών και ολοκληρωμένων πληροφοριών σε σχέση με τα υπάρχοντα προγράμματα εθελούσιας επιστροφής.

Η Κατευθυντήρια Οδηγία 6.1Α προβλέπει ότι ένα άτομο στερείται την ελευθερία του με σκοπό την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής μόνο εφόσον οι αρχές της χώρας φιλοξενίας έχουν καταλήξει ότι η απόφαση αυτή δεν μπορεί να διασφαλιστεί αποτελεσματικά με άλλα εναλλακτικά της κράτησης μέτρα, όπως συστήματα παρακολούθησης, υποχρέωση τακτικής αναφοράς στις αρχές, χρηματική ή άλλης μορφής εγγύηση.

Σημειώνεται ότι στην Κύπρο, σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  δεν εφαρμόζονται προγράμματα εθελούσιων επιστροφών. Η χώρα μας έχει αξιοποιήσει μέχρι τώρα τους πόρους του Ταμείου Επιστροφών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνο για δράσεις που αφορούν τις αναγκαστικές επιστροφές υπηκόων τρίτων χωρών και την εκπαίδευση των εμπλεκόμενων φορέων. Όπως έχω ενημερωθεί, κατά τη διερεύνηση άλλου παραπόνου (Α/Π 620/13), στα πλαίσια των επόμενων  προγραμμάτων του Ταμείου Επιστροφών σχεδιάζεται η υλοποίηση δράσεων που αφορούν την οργάνωση και ενίσχυση των εθελούσιων επιστροφών. Η υλοποίηση τέτοιων δράσεων αποτελεί υποχρέωση της Κύπρου βάσει των προνοιών της απόφασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δημιουργία του Ταμείου Επιστροφών.

Στις 2 Απριλίου 2012 κυκλοφόρησε η έκθεση του Special Rapporteur των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα των μεταναστών η οποία παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ και εστίασε στην κράτηση των παράτυπων μεταναστών[3].

Στην έκθεση υπογραμμίζεται ότι η διοικητική κράτηση των μεταναστών θα πρέπει να εφαρμόζεται κατ’ εξαίρεση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η κράτηση των μεταναστών, για να μην παραβιάζεται το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια και για να παρέχεται προστασία ενάντια στην αυθαιρεσία, πρέπει να προβλέπεται στο νόμο και να είναι απαραίτητη, εύλογη και ανάλογη του επιδιωκόμενου σκοπού. Συγχρόνως, τονίζεται ότι η παράτυπη είσοδος των μεταναστών δεν θα πρέπει να θεωρείται ποινικό αδίκημα, καθώς δεν συνιστά αυτή καθεαυτή αδίκημα κατά προσώπων, ιδιοκτησίας ή εθνικής ασφάλειας.  Ο Special Rapporteur, διασαφηνίζει στην έκθεσή του ότι οι παράτυποι μετανάστες δεν είναι εγκληματίες και συνεπώς δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοιοι.

Σύμφωνη με τις πρόνοιες της προαναφερόμενης κοινοτικής Οδηγίας για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, είναι η θέση του Rapporteur ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η εκτεταμένη εφαρμογή της κράτησης και ότι θα πρέπει να γίνονται πρώτα προσπάθειες για εύρεση εναλλακτικών μέτρων. Η υιοθέτηση εναλλακτικών της κράτησης μέτρων αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν λάβει κανείς υπόψη ότι οι κρατούμενοι με σκοπό την απέλαση δεν έχουν συχνά πρόσβαση σε νομική αρωγή και υπηρεσίες διερμηνείας και έχουν λιγότερες δυνατότητες να προσφύγουν κατά της απόφασης κράτησής τους σε σχέση με τους κρατούμενους που είναι ύποπτοι για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Συγχρόνως, η κράτηση συστηματικά επιδεινώνει τη φυσική και διανοητική τους κατάσταση ενώ συχνά οι άνθρωποι αυτοί εμφανίζουν συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους. Περαιτέρω, τα εναλλακτικά μέτρα συνεπάγονται πολύ χαμηλότερο κόστος σε σχέση με την κράτηση, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα καθώς η κράτηση έχει αντίκτυπο στις υπηρεσίες υγείας, στην ένταξη των μεταναστών και σε άλλες κοινωνικές προκλήσεις. Με την έννοια αυτή, η οικονομική προέκταση δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται εν μέσω της οικονομικής κρίσης και των προσπαθειών που καταβάλλονται για περιστολή των κρατικών δαπανών.

Ως εναλλακτική της κράτησης λύση μπορεί να οριστεί «κάθε  νομοθεσία, πολιτική ή πρακτική που επιτρέπει στους αιτητές ασύλου, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες να διαμένουν ελεύθερα στην τοπική κοινωνία, όσο διευθετείται το καθεστώς παραμονής τους ή όσο περιμένουν την απομάκρυνσή ή την απέλασή τους από τη χώρα»[4]. Ενδεικτικά στην έκθεση, αναφέρονται ως εναλλακτικά μέτρα η υποχρέωση των μεταναστών να παρίστανται και να υπογράφουν στις αρμόδιες αρχές, η παράδοση των νομιμοποιητικών τους εγγράφων, η καταβολή εγγύησης ή η τοποθέτησή τους σε συγκεκριμένες δομές ή περιοχές της χώρας.

Το άρθρο 3 της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα του Παιδιού προνοεί ότι: 

1. Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν στα παιδιά, είτε αυτές λαµβάνονται

από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισµούς κοινωνικής προστασίας, είτε από τα

δικαστήρια, τις διοικητικές αρχές ή από τα νοµοθετικά όργανα, πρέπει να

               λαµβάνεται πρωτίστως υπόψη το συµφέρον του παιδιού. 

2. Τα Συµβαλλόµενα Κράτη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν στο παιδί την

αναγκαία για την ευηµερία του προστασία και φροντίδα, λαµβάνοντας υπόψη

τα δικαιώµατα και τις υποχρεώσεις των γονέων του, των επιτρόπων του ή των

άλλων προσώπων που είναι νόµιµα υπεύθυνοι γι’ αυτό, και παίρνουν για το

σκοπό αυτό όλα τα κατάλληλα νοµοθετικά και διοικητικά µέτρα.”

Στο άρθρο 9 της Σύμβασης ορίζεται ότι ένα παιδί δεν πρέπει να χωρίζεται από τους γονείς του ενάντια στη θέλησή του, εκτός εάν οι αρμόδιες αρχές, αποφασίσουν µε την επιφύλαξη δικαστικής αναθεώρησης και σύµφωνα µε τους εφαρμοζόμενους νόµους και διαδικασίες, ότι ο χωρισµός αυτός είναι αναγκαίος για το συμφέρον του παιδιού.

Το δικαίωμα στην οικογενειακή ενότητα αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και διασφαλίζεται σε πληθώρα διεθνών κειμένων όπως το Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Αρ. 17), η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Αρ. 8) και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Αρ. 7).

Ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα υπέβαλε στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ μια μελέτη σχετικά με τις προκλήσεις και τις βέλτιστες πρακτικές κατά την εφαρμογή του διεθνούς πλαισίου για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού στα πλαίσια της μετανάστευσης[5].

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού σε συνδυασμό με άλλες αρχές όπως το δικαίωμα του παιδιού να εκφράζεται και να ακούγεται η άποψή του, πρέπει να λαμβάνεται πρώτα υπόψη σε σχέση με κάθε απόφαση επιστροφής του ίδιου και των γονέων του. Η Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Παιδιού, παρότι αναγνωρίζει ότι σε εξαιρετικές περιπτώσεις η επιστροφή των παιδιών μπορεί να είναι αποδεκτή, επιχειρήματα που δεν στηρίζονται σε δικαιώματα (“non-rights based arguments”) όπως αυτά που σχετίζονται με την ανάγκη άσκησης μεταναστευτικού ελέγχου δεν μπορούν να υπερβαίνουν τη συλλογιστική για τη διασφάλιση του βέλτιστου συμφέροντος. Σύμφωνα με τον Ύπατο Αρμοστή, αυτό συνεπάγεται ότι αποτελεσματικοί μηχανισμοί που να καθορίζουν το καλύτερο συμφέρον του παιδιού, πρέπει να λαμβάνουν χώρα πριν να αποφασίζεται η επιστροφή του[6].

 

Συμπεράσματα – Εισηγήσεις

 

Η εξουσία του κάθε κράτους να ελέγχει τον αριθμό των μεταναστών που εισέρχονται στην επικράτειά του και να εφαρμόζει πολιτικές ελέγχου της παράτυπης μετανάστευσης είναι αναμφισβήτητη. Ωστόσο, αυτές οι πολιτικές ελέγχου και  πρόληψης της παράτυπης μετανάστευσης θα πρέπει να είναι απολύτως σύμφωνες με τα θεμελιώδη δικαιώματα των μεταναστών, είτε αυτοί διαμένουν νόμιμα είτε παράνομα στο έδαφος του κράτους.

Στην προκειμένη περίπτωση η κυρία S. F. εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην Κύπρο τα τελευταία 14 χρόνια, εκ των οποίων τα 12 η παραμονή της ήταν νόμιμη. Προσέφερε με άλλα λόγια τις υπηρεσίες της σε Κύπριους πολίτες που τις είχαν ανάγκη. Τα χρονικά όρια της παραμονής ενός μετανάστη στην Κύπρο αλλά και οι προκλήσεις που συνεπάγεται η ένταξη των μεταναστών και ειδικά αυτών που διαμένουν πολλά χρόνια στη χώρα είναι γνωστά. Είναι επίσης γνωστός ο εύκολος τρόπος μετάπτωσης από την κανονικότητα στην παρατυπία ενός μεγάλου αριθμού μεταναστών. Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να παραβλέπεται ότι τα πέντε χρόνια που χρειάστηκαν για να εξεταστεί και να απορριφθεί το αίτημα ασύλου της κυρίας F., ακόμα και αν αυτό θεωρήθηκε ότι υποβλήθηκε για παράταση της παραμονής της, δημιούργησαν εύλογα την προσδοκία για νομιμοποίηση και μονιμοποίηση της παραμονής της στη χώρα.

Η αντιμετώπιση της παραπονούμενης, η κράτηση της υπό τις δεδομένες συνθήκες με την επίκληση επιχειρημάτων για τη γενικότερη αντιμετώπιση του ζητήματος της μετανάστευσης,  παραγνωρίζει  την ανθρώπινη διάσταση, τουλάχιστον, της συγκεκριμένης περίπτωσης. Επιπλέον, στην παρούσα περίπτωση  δεν φαίνεται να λήφθηκε επαρκώς υπόψη το ότι το δραστικό μέτρο της κράτησης, ένα μέτρο με αναπόφευκτα δυσμενείς και δυσανάλογες συνέπειες στη ζωή και στο μέλλον ενός ανήλικου παιδιού, δεν συνάδει με την υποχρέωση προστασίας του καλύτερου συμφέροντος του παιδιού. Στην εκδήλωση της, η θεμελιώδης αυτή αρχή για τα δικαιώματα του παιδιού, περιλαμβάνει στοιχειώδη κοινωνική προστασία που συνεπάγεται το δικαίωμα του κάθε παιδιού να βρίσκεται μαζί με τη μητέρα του ακόμα και αν αυτή διαμένει παράτυπα στην επικράτεια μιας χώρας και επίκειται η απέλασή της. Το παράτυπο καθεστώς διαμονής δεν μπορεί να αποστερεί θεμελιώδη δικαιώματα από ένα παιδί καθώς το προστατευτικό νομικό πλέγμα για τα δικαιώματα του παιδιού επιτάσσει να προηγείται πάντα η ιδιότητα της ανηλικότητας  σε σχέση με το παράτυπο καθεστώς διαμονής και την άσκηση μεταναστευτικού ελέγχου. Εν προκειμένω, φαίνεται ότι, εκ μέρους της διοίκησης, τέθηκε σε δεύτερη μοίρα το καλύτερο συμφέρον της κόρης της παραπονούμενης καθώς όλο το βάρος δόθηκε στο παράτυπο καθεστώς της κυρίας F. εφαρμόζοντας μάλιστα τις πιο επαχθείς διατάξεις της νομοθεσίας.

Έχω την άποψη ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η κράτηση της μητέρας και οι ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για τη ζωή ενός παιδιού δεν θα πρέπει  να χρησιμοποιούνται ως μέσο καταναγκασμού εκτέλεσης της επιβληθείσας κράτησης και απέλασης. Μάλιστα σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ελέγχεται η σκοπιμότητα επιβολής τους καθώς και η βαρύτητα τους ενώ θα πρέπει, σε τέτοιες περιπτώσεις, να εξετάζεται η δυνατότητα λήψης εναλλακτικών μέτρων.

Όπως αναλύθηκε εκτενώς στο θεσμικό πλαίσιο, η κράτηση των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται σε διαδικασία επιστροφής πρέπει να είναι απόλυτα απαραίτητη, εύλογη και ανάλογη του επιδιωκόμενου σκοπού ενώ πρέπει να έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες επιβολής εναλλακτικών μέτρων, τα οποία, μεταξύ άλλων, συνεπάγονται και χαμηλότερο κόστος.

Επίσης, αναφέρθηκε ήδη ότι η υιοθέτηση εναλλακτικών μέτρων αποκτά ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι οι κρατούμενοι με σκοπό την απέλαση δεν έχουν συχνά πρόσβαση σε νομική αρωγή και υπηρεσίες διερμηνείας και έχουν λιγότερες δυνατότητες να προσφύγουν κατά της απόφασης κράτησής τους σε σχέση με τους κρατούμενους που είναι ύποπτοι για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων.

Στην εν λόγω υπόθεση, θεωρώ ότι η σύλληψη και κράτηση της παραπονούμενης, δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τις  ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως δε τις εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων ενός  6χρονου παιδιού, το οποίο, ένεκα της κράτησης της μητέρας του, ζει ξεχωριστά από αυτή, υπό συνθήκες αδιευκρίνιστες. Η παρατεταμένη κράτηση της  κας S. είναι  τελείως δυσανάλογη με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι στην Κύπρο δεν εφαρμόζεται κανένα πρόγραμμα εθελούσιας επιστροφής, κανείς θα περίμενε την εξέταση άλλων εναλλακτικών πριν την απόφαση κράτησης της παραπονούμενης και του αποχωρισμού της από το παιδί της.

Ενόψει των ανωτέρω, εισηγούμαι την άρση της κράτησης της παραπονούμενης και τη χορήγηση προσωρινής άδειας παραμονής και εργασίας τουλάχιστον έξι μηνών ώστε να μπορέσει να διευθετήσει την επιστροφή της στη χώρα της. Στο διάστημα αυτό, θεωρώ ότι πρέπει να εξεταστεί επίσης κατά πόσο τα δικαιώματα του παιδιού της διασφαλίζονται πλήρως σε περίπτωση επιστροφής στη Σρι-Λάνκα.

Για το λόγο αυτό, υποβάλω την παρούσα έκθεση στον Υπουργό Εσωτερικών αναμένοντας την ανταπόκρισή του.

 

Ελίζα Σαββίδου

Επίτροπος Διοικήσεως

και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

 

Υποσημειώσεις και Παραπομπές:


[1] “Detention of third-country nationals in return procedures”, European Union Agency for Fundamental Rights,

[2] Committee of Ministers’ 20 Guidelines on Forced Returns, CM (2005)40 final

[3] Report of the Special Rapporteur on the Human Rights of Migrants, François Crépeau, A/HRC/20/24, 2 April 2012

[4] International Detention Coalition, There are alternatives: A handbook for preventing unnecessary immigration detention (Melbourne, 2011), glossary

[5] Study of the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights on challenges and best practices in the implementation of the international framework for the protection of the rights of the child in the context of migration, United Nations A/HRC/15/29, July 2010

[6] Ιbid, σελ. 12, 13

 

Κέντρα_Κράτησης_Ευρώπη_Φρούριο

Subscribe To Kisa Newsletter

Subscribe To Kisa Newsletter

Join our mailing list to receive the latest news and updates from our team. KISA's activity is focused on the fields of Migration, Asylum, Racism, and Trafficking, as well as raising awareness in Cypriot society.

You have Successfully Subscribed!