ga('send', 'pageview');

 

equal-access-jpg

Τη Τετάρτη (02/11/16) υπήρξαν συμπλοκές στο Γυμνάσιο Λευκάρων μεταξύ Ελληνοκύπριων μαθητών και προσφυγόπουλων  που διαμένουν στο Κέντρο Φιλοξενίας Αιτητών Ασύλου στην Κοφίνου. Το εν λόγω περιστατικό είναι μεν το σοβαρότερο που συνέβη στο σχολείο αυτό μέχρι σήμερα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι μεμονωμένο.  Η συγκεκριμένη συμπλοκή ξεκίνησε όταν Ελληνοκύπριος μαθητής «ενοχλήθηκε» γιατί  νεαρός συμμαθητής του αραβικής καταγωγής «τον κοίταξε  παράξενα». Αρχικά το περιστατικό αναφέρθηκε από μαθήτρια σε μέλος του προσωπικού του σχολείου, το οποίο  όμως δεν πήρε  τα απαραίτητα μέτρα για εκτόνωση της κατάστασης. Αντί αυτού, η Διεύθυνση, μετά από την επέκταση των επεισοδίων,  κάλεσε την αστυνομία για να επιληφθεί του ζητήματος.

Μετά τη συμπλοκή, η Διεύθυνση του σχολείου, σε συνεννόηση με τη Διεύθυνση Μέσης Εκπαίδευσης, «έλυσε» το «πρόβλημα» με την προσωρινή «επ’ αόριστο» απαγόρευση  προσέλευσης στο σχολείο όλων των παιδιών προσφύγων , ανεξαρτήτως εάν τα παιδιά συμμετείχαν ή όχι στα επεισόδια.  Η εν λόγω απόφαση, εκτός του ότι αποτελεί συλλογική τιμωρία για ατομικές εντούτοις ευθύνες που ίσως προκύπτουν για τα παιδιά που ενεπλάκησαν στη συμπλοκή, διαιωνίζει τον ρατσιστικό διαχωρισμό των παιδιών στη βάση της εθνικής τους καταγωγής, του τόπου διαμονής τους και του καθεστώτος παραμονής τους στη χώρα, ενώ  στερεί συλλογικά σε παιδιά στη βάση της εθνοτικής τους καταγωγής ή του νομικού τους καθεστώτος τους, την πρόσβαση στο δικαίωμά τους στην εκπαίδευση, όπως αυτό προστατεύεται από τη Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού.

Περαιτέρω, η απόφαση εντείνει το αίσθημα αδικίας που ήδη νιώθουν τα παιδιά πρόσφυγες και οι γονείς τους και που προκύπτει κυρίως από την αντιμετώπιση που τυγχάνουν από τους καθηγητές και τη Διεύθυνση του Γυμνασίου των Λευκάρων (σε αντίθεση με την θετική αντιμετώπιση των παιδιών προσφύγων από το Δημοτικό σχολείο της περιοχής). Τέλος, μια τέτοια απόφαση, στέλνει μηνύματα στα ίδια τα παιδιά και την κοινωνία ολόκληρη ότι το σχολείο αποτελεί κτήμα των ελληνοκύπριων μαθητών, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Πέραν του απαράδεκτου χειρισμού που έγινε από τη Διεύθυνση του σχολείου και το Υπουργείο Παιδείας στο συγκεκριμένο περιστατικό, η ΚΙΣΑ διαπιστώνει ακόμη μια φορά  ότι τα αρμόδια Υπουργεία (Εσωτερικών και Παιδείας) αντιμετωπίζουν τα παιδιά πρόσφυγες ως προσωρινούς επισκέπτες τόσο όσον αφορά την παρουσία τους στην εκπαίδευση όσο και την ευρύτερη παρουσία τους στην κοινωνία. Στη βάση αυτού του σκεπτικού, η ένταξη των παιδιών στο σχολικό περιβάλλον μοιάζει περιττή και ως εκ τούτου δεν υπάρχουν ουσιαστικά και αποτελεσματικά προγράμματα ένταξης τους στην εκπαίδευση και το σχολικό περιβάλλον.  Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής είναι η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών προσφύγων που  φοιτούν στο γυμνάσιο  ή το λύκειο, να μην ολοκληρώνουν τη μέση εκπαίδευση, αφού νιώθουν έντονα το αίσθημα της απόρριψης από το ίδιο το σχολείο τους και το εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα.

Σημειώνεται ότι κανένα από τα προγράμματα ένταξης που χρηματοδοτούνται από τα εκατομμύρια των ευρωπαϊκών κονδυλίων που η Κύπρος έχει στη διάθεση της δεν αφορά  την ένταξη των παιδιών αυτών, αφού συνήθως αυτά καταλήγουν σε αναποτελεσματικά έργα που αποσκοπούν κυρίως στην κάλυψη προσωρινών θέσεων εργασίας και ενίσχυση ιδιωτικών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών Κυπρίων, αντί της ουσιαστικής ένταξης των προσφύγων και των μεταναστών/τριών.

Επιπρόσθετα, αξίζει να αναφερθεί ότι στην Κοφίνου έχει δημιουργηθεί μια εκρηκτική κατάσταση που πηγάζει κυρίως από την πλήρη εγκατάλειψη από την πολιτεία των προσφύγων που διαμένουν στο Κέντρο. Η ανυπαρξία αποτελεσματικής διοίκησης στο Κέντρο, σε συνδυασμό με την απουσία προγραμμάτων ένταξης των προσφύγων και ιδίως των παιδιών,  εντείνει την ήδη τεταμένη κατάσταση που επικρατεί και που σε πολλές περιπτώσεις μεταφέρεται εκτός του Κέντρου Φιλοξενίας. Το γεγονός άλλωστε ότι τα παιδιά βρίσκονται στο απομονωμένο από κάθε άποψη περιβάλλον της Κοφίνου, χωρίς καμία ουσιαστική επαφή με παιδιά της ηλικίας τους εκτός σχολείου, με παντελή έλλειψη οποιωνδήποτε  προγραμμάτων στήριξης των παιδιών που έχουν βιώσει τόσες μεγάλες απώλειες (ανθρώπινες όσο και υλικές)  λόγω των πολέμων από τους οποίους διέφυγαν, και απουσία προγραμμάτων δημιουργικής απασχόλησης τους, αποτελούν  τροχοπέδη σε κάθε προσπάθεια τους για ισότιμη συμμετοχή τους στην κοινωνία και παράγοντες που οδηγούν σε συγκρουσιακές καταστάσεις, εντός και εκτός του Κέντρου της Κοφίνου.

Στη βάση όλων των πιο πάνω, η KΙΣΑ ζητά:

  • Την άμεση προσέλευση όλων των μαθητών προσφύγων στο σχολείο και τα μαθήματα τους.
  • Την υιοθέτηση των απαιτούμενων πολιτικών και αλλαγών στον τομέα της εκπαίδευσης και του σχολικού περιβάλλοντος, περιλαμβανομένων και μέτρων κατάρτισης του εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού ώστε να μπορέσουν να συμβάλουν στη δημιουργία του σχολείου ως  περιβάλλον μάθησης και ανάπτυξης για όλα τα παιδιά.
  • Το σχεδιασμό και εφαρμογή εντατικού προγράμματος προετοιμασίας και στήριξης των παιδιών που διαμένουν στην Κοφίνου ώστε να μπορούν να αναπτύξουν τα απαιτούμενα εφόδια για ισότιμη συμμετοχή στο εκπαιδευτικό σύστημα και το σχολικό περιβάλλον, σε όλες τις βαθμίδες τα εκπαίδευσης.
  • Το σχεδιασμό και εφαρμογή κατάλληλων προγραμμάτων δημιουργικής απασχόλησης, και εκπαίδευσης που θα είναι προσβάσιμα σε όλους, παιδιά και ενήλικες που ζουν στο Κέντρο Φιλοξενίας της Κοφίνου.