AgainstTrafficking

Μνημόνιο των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων ΚΙΣΑ, MIGS, Pregnancy Care Centre και STIGMA στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εγκληματικότητας αναφορικά με τη συζήτηση του θέματος «Ο συντονισμός των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών και των εθελοντικών οργανώσεων στην προσπάθεια για πρόληψη και πάταξη του φαινομένου της εμπορίας ανθρώπων και στην αντιμετώπιση των συνεπειών για τα θύματα»

Μέρος Α: Πρόληψη

Εισαγωγή

Η πολυπλοκότητα και οι διαστάσεις του προβλήματος της εμπορίας ανθρώπων απαιτεί μια ολιστική και συνεκτική προσέγγιση, με συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής που να εστιάζουν στην πρόληψη, την προστασία των θυμάτων καθώς και στην ποινική δίωξη των θυτών. Οι σημαντικότεροι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη διαμόρφωση μιας τέτοιας πολιτικής είναι τα εγκληματικά δίκτυα για τη διακίνηση γυναικών και κοριτσιών, η συνεχιζόμενη λειτουργία εγκαταστάσεων υψηλού κινδύνου, η ζήτηση για σεξουαλικές υπηρεσίες, η έλλειψη ευαισθητοποίησης του κοινού όσον αφορά στην εμπορία και την εκμετάλλευση ανθρώπων και, τέλος, το κρίσιμο ζήτημα της ανισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών που αποτελεί τη βάση κάθε μορφής εκμετάλλευσης των γυναικών.

  • Ισότητα των Φύλων και Βία κατά των γυναικών

 Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη, πάνω από το 80% των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων είναι γυναίκες και οι γυναίκες αποτελούν το 85% των θυμάτων εμπορίας με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Η σωματεμπορία γυναικών είναι μια μορφή βίας κατά των γυναικών, και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί. Επιπλέον, η σωματεμπορία γυναικών αποτελεί εκδήλωση της συνεχούς και επίμονης ανισότητας των φύλων και της υποδεέστερης θέσης της γυναίκας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εισηγήσεις:

  • Ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης σχετικά με το πώς η εμπορία γυναικών και η σεξουαλική εκμετάλλευση είναι μορφές βίας κατά των γυναικών και συνδέονται άμεσα με την ανισότητα των φύλων.
  • Εκπαιδευτικά και επιμορφωτικά σεμινάρια για λειτουργούς των εμπλεκόμενων Κυβερνητικών υπηρεσιών, με ιδιαίτερη έμφαση αυτών της Αστυνομίας και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σε θέματα ισότητας των φύλων, βίας κατά των γυναικών και σωματεμπορίας γυναικών.
  • Επιμόρφωση και ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων καθώς και των Συμβούλων Καθηγητών/Εκπαιδευτικών Ψυχολόγων πάνω σε θέματα ισότητας των φύλων, βίας κατά των γυναικών και σωματεμπορίας.
  • Ποινικοποίηση της ζήτησης για σεξουαλικές υπηρεσίες

 Η αντιμετώπιση της ζήτησης για σεξουαλικές υπηρεσίες συστήνεται από σειρά διεθνών συμβάσεων, όπως η Σύμβαση για την Καταστολή της Διακίνησης Ανθρώπων και της Εκμετάλλευσης και Πορνείας(1949), το πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών για την Πρόληψη, Καταστολή και Τιμωρία της Εμπορίας Ανθρώπων, ειδικά Γυναικών και Παιδιών, και η Σύμβαση του  Συμβούλιου της Ευρώπης για τη Δράση κατά της Εμπορίας Ανθρώπων.

Τις γυναίκες που είναι θύματα εμπορίας τις συναντούμε στη συντριπτική τους πλειοψηφία στο σύστημα της πορνείας, με σκοπό την σεξουαλική τους εκμετάλλευση. Όσο συνεχίζουμε να επιτρέπουμε τη λειτουργία αυτού του συστήματος και να διατηρούμε την ατιμωρησία των ενόχων, θα υπάρχει χώρος για ένα σύστημα πορνείας με τη συμμετοχή διαφόρων παραγόντων: εκδιδόμενα άτομα, προμηθευτές, αγοραστές σεξουαλικών υπηρεσιών, δημόσιες αρχές και την κοινωνία γενικότερα,  η οποία στο σύνολό της εθελοτυφλεί και ανέχεται ένα τέτοιο σύστημα.

Εισηγήσεις:

  • Συστήνουμε όπως η Επιτροπή Εγκληματικότητας μελετήσει σοβαρά το ενδεχόμενο ποινικοποίησης της αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών ακολουθώντας το Σουηδικό μοντέλο προσαρμοσμένο στην κυπριακή πραγματικότητα. Η εν λόγω νομοθεσία έχει αποδειχθεί ότι μειώνει δραματικά την εμπορία γυναικών για σεξουαλική εκμετάλλευση καθώς και την πορνεία. Στη Σουηδία, από το 1999 μέχρι σήμερα, ο αριθμός των γυναικών που εμπλέκονται στην πορνεία του δρόμου έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά 30% έως 50%, και η προσέλκυση νέων γυναικών έχει παρέλθει σχεδόν σε στασιμότητα. Αντίθετα, στη Γερμανία, όπου η πορνεία είναι νόμιμη, σύμφωνα με το Γερμανικό Αρχηγό Αστυνομίας, έχει αυξηθεί κατά 11% το προηγούμενο έτος και κατά 70% την τελευταία πενταετία.
  • Ευαισθητοποίηση των ΜΜΕ

 Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) είναι ένα ισχυρό μέσο για την ευαισθητοποίηση του κοινού πάνω σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ισότητας των φύλων. Παράλληλα, εν δυνάμει θα μπορούσαν να αποτελέσουν και ένα σημαντικό μοχλό αλλαγής και ουσιαστικής συμβολής στην επίτευξη της ισότητας γυναικών και ανδρών καθώς και στην πρόληψη όλων των μορφών βίας κατά των γυναικών. Ωστόσο, αυτή η δυνατότητα έχει αγνοηθεί σε μεγάλο βαθμό στις πρωτοβουλίες για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων στην Κύπρο. Σύμφωνα με μελέτες του Μεσογειακού Ινστιτούτου Μελετών Κοινωνικού Φύλου, τα ΜΜΕ παρουσιάζουν τις γυναίκες με τρόπους που ενισχύουν τα αρνητικά στερεότυπα των φύλων και αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν καλύπτουν θέματα που συνδέονται με τη βία κατά των γυναικών και της εμπορίας ανθρώπων. Τα ΜΜΕ δίνουν έμφαση στην απεικόνιση γεγονότων που ‘σκανδαλίζουν’, τα οποία όχι μόνο δεν εξυπηρετούν την ορθή πληροφόρηση του κοινού αλλά λειτουργούν ως μορφή ηδονοβλεψίας, θυματοποιώντας ξανά το θύμα που έζησε αυτές τις οδυνηρές καταστάσεις και προβάλλοντάς τις στο κοινό με σεξιστική έμφαση.

Εισηγήσεις:

  • Διαφημιστικές και ενημερωτικές εκστρατείες στα ΜΜΕ όσον το δυνατόν για το ρόλο τους ως εργαλεία για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων και την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  • Επιμόρφωση των δημοσιογράφων για την ισότητα των φύλων και τα ανθρώπινα δικαιώματα έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνουν την πτυχή αυτή όταν διερευνούν ή παρουσιάζουν θέματα που σχετίζονται με τη σωματεμπορία και άλλες μορφές εκμετάλλευσης.
  • Εμπορία Προσώπων για Εκμετάλλευση στην Εργασία

 Τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο έχει παρατηρηθεί αύξηση του φαινομένου της εμπορίας ανθρώπων με σκοπό την εκμετάλλευση στην εργασία. Μέχρι τώρα δεν έχει δοθεί στο θέμα η απαραίτητη προσοχή από τις δημόσιες αρχές, γιαυτό είναι απαραίτητο να αναγνωριστεί και να κατανοηθεί το πρόβλημα στις σωστές του διαστάσεις έτσι ώστε να αναπτυχθεί η αναγκαία στρατηγική και πολιτική και να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για την καταπολέμηση του φαινομένου και προστασίας των θυμάτων.

Εισηγήσεις :

  • Έρευνα για την έκταση και τις μορφές εμπορίας για εκμετάλλευση στην εργασία.
  • Εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης του κοινού για την εμπορία ανθρώπων για εκμετάλλευση στην εργασία.
  • Εκπαιδευτικά/επιμορφωτικά σεμινάρια για την εμπορία ανθρώπων για εκμετάλλευση στην εργασία για λειτουργούς των εμπλεκόμενων δημόσιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων της Αστυνομίας, των Τμημάτων Εργασίας, Επιθεώρησης Εργασίας και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, καθώς και των εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων.
  • Άμεση δημιουργία των κατάλληλων υποδομών στήριξης και προστασίας για τα θύματα εκμετάλλευσης στην εργασία.

 

Μέρος B: Προστασία των Θυμάτων

  1. Εισαγωγή

 H εμπορία και εκμετάλλευση προσώπων δεν είναι μόνο ένα σοβαρό ποινικό αδίκημα ή μορφή οργανωμένου εγκλήματος, η οποία ενδεχομένως να χρηματοδοτεί άλλες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, αλλά αποτελεί πρώτιστα σοβαρή παραβίαση των περισσότερων ανθρωπίνων δικαιωμάτων των θυμάτων.

Από τη δική μας σκοπιά επομένως, στόχος οποιωνδήποτε πολιτικών για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων θα πρέπει να είναι όχι μόνο η δίωξη ή καταδίκη των εμπόρων, αλλά πρωταρχικά η προστασία των θυμάτων, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους και η επανένταξή τους στον κοινωνικό ιστό είτε στην Κύπρο είτε στη χώρα καταγωγής τους.

Οι θέσεις μας εστιάζονται σε τρεις βασικές αρχές: Πρώτον, η ουσιαστική και αποτελεσματική προστασία και στήριξη των θυμάτων οδηγεί στην αποτελεσματικότερη υλοποίηση όλων των πολιτικών που αφορούν στις άλλες παραμέτρους της εμπορίας προσώπων, όπως η πρόληψη, η δίωξη και καταδίκη των εγκληματιών, η ευαισθητοποίηση και ενημέρωση της κοινής γνώμης. Δεύτερον, στην ανάγκη αναγνώρισης ότι ο περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας των Θυμάτων Νόμος του 2007 καλύπτει στο άρθρο 28 (β) όλα τα θύματα, είτε αυτά συνεργάζονται με τις διωκτικές αρχές για την προσαγωγή των υπευθύνων ενώπιον δικαστηρίων είτε όχι και, τρίτον, ότι ο Νόμος αναφορικά με τις διαδικασίες αναγνώρισης και ενημέρωσης των θυμάτων καλύπτει και τα εν δυνάμει θύματα, δηλαδή πρόσωπα τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να έχουν πέσει θύματα εμπορίας και εκμετέλλευσης αλλά ακόμα δεν έχουν αναγνωριστεί ως τέτοια.

  1. Μηχανισμός αναγνώρισης θυμάτων

Κατά τη διαδικασία υιοθέτησης του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων Νόμου (Ν. 87(Ι)/2007), η Βουλή των Αντιπροσώπων υιοθέτησε την άποψη ότι η καταλληλότερη υπηρεσία για την αρχική επαφή και αναγνώριση των θυμάτων ήταν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Δυστυχώς, οι Υπηρεσίες εξέφρασαν τότε επίμονα την άποψη ότι ήταν αδύνατον να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που θα προέκυπταν από μια τέτοια απόφαση, με αποτέλεσμα η Βουλή να προχωρήσει με προσωρινή ανάθεση της αναγνώρισης των θυμάτων στην Αστυνομία, τονίζοντας παράλληλα την αναγκαιότητα επαναφοράς του θέματος για συζήτηση ώστε να βρεθεί μόνιμη και αποτελεσματική διευθέτηση.

Έκτοτε, η αναγνώριση των θυμάτων γίνεται από την Αστυνομία, με αποτέλεσμα να προκύπτουν διάφορα προβλήματα που οδηγούν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου και κατά συνέπεια στη μη ουσιαστική προστασία όλων των θυμάτων. Τα κυριότερα από τα προβλήματα αυτά παρατίθενται πιο κάτω:

  • Η έννοια του όρου «θύμα» ερμηνεύεται με τρόπο που κατά κύριο λόγο περιλαμβάνει μόνο εκείνα τα θύματα τα οποία είναι πρόθυμα να συνεργαστούν με τις διωκτικές αρχές και ως εκ τούτου ταυτίζεται ουσιαστικά με την έννοια του όρου «μάρτυρας».  
  • Η Αστυνομία αναγνωρίζει ουσιαστικά ως θύματα μόνο όσα είναι πρόθυμα να συνεργαστούν μαζί της για δίωξη των υπευθύνων. Ως εκ τούτου, τα θύματα τα οποία δεν επιθυμούν ή δεν είναι σίγουρα κατά πόσο επιθυμούν να συνεργαστούν με την Αστυνομία δεν τυγχάνουν καμίας στήριξης και στην ουσία με βάση την υφιστάμενη πρακτική δεν αναγνωρίζονται ως θύματα.
  • Τα δικαιώματα των θυμάτων σύμφωνα με το Νόμο δεν συνδέονται κατά κανόνα με την επιθυμία τους να συνεργαστούν με τις διωκτικές αρχές. Μόνο κάποια δικαιώματα συνδέονται με αυτό, όπως για παράδειγμα το δικαίωμα σε άδεια παραμονής μετά την προθεσμία περίσκεψης. Η μη αναγνώριση θυμάτων που για διάφορους λόγους δεν είναι πρόθυμα να συνεργαστούν με την Αστυνομία οδηγεί ουσιαστικά στη μη εφαρμογή του Νόμου σε σχέση με μια σειρά από διατάξεις του.
  • Η δίωξη των δραστών μετατρέπεται στο κυρίαρχο στοιχείο που διέπει τη δράση της Αστυνομίας, ενώ κατά την άποψή μας το κυρίαρχο στοιχείο θα έπρεπε να ήταν πρωταρχικά η προστασία των θυμάτων.
  • Επηρεάζεται η ετοιμότητα και αποφασιστικότητα των θυμάτων να αποταθούν για βοήθεια είτε στην Αστυνομία είτε σε άλλους οργανισμούς αφού, σε περίπτωση που αυτά δεν είναι πρόθυμα να συνεργαστούν με τις αρχές δεν θα τύχουν αντιμετώπισης ως θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης.
  • Τα θύματα είναι πολύ πιο επιφυλακτικά να αποταθούν στην Αστυνομία ενώ θα ήταν ενδεχομένως πολύ πιο πρόθυμα εάν μπορούσαν να αποταθούν σε άλλες αρχές, όπως στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ή σε Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ), για να καταγγείλουν τους υπεύθυνους ή να ζητήσουν προστασία και στήριξη.

Εισηγήσεις:

Για σκοπούς αντιμετώπισης των πιο πάνω ελλείψεων και αδυναμιών, υποβάλλουμε τις πιο κάτω εισηγήσεις:

  • Θα πρέπει να τροποποιηθεί η νομοθεσία έτσι ώστε η αναγνώριση των θυμάτων να γίνεται από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Eευημερίας. Μόνο έτσι μπορεί να εφαρμοστεί ορθά η νομοθεσία αφού η αναγνώριση των θυμάτων αποσυνδεθεί από την ποινική δίωξη των δραστών.
  • Μέχρι την τροποποίηση της νομοθεσίας, θα πρέπει να ακολουθείται η πιο κάτω διαδικασία:

Άτομο το οποίο ενδεχομένως να είναι θύμα διακίνησης και αποτείνεται, εντοπίζεται ή παραπέμπεται από/προς οποιοδήποτε φορέα, κυβερνητικό ή μη κυβερνητικό, θα πρέπει να παραπέμπεται στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για ενημέρωση σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στο Νόμο. Θα πρέπει να παρέχεται από το αρχικό στάδιο στο θύμα ανεξάρτητη ενημέρωση και συνδρομή όπως αυτή περιγράφεται πιο κάτω στο παρόν Μνημόνιο. Το θύμα θα πρέπει μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενημέρωσης να παραπέμπεται στην Αστυνομία για αναγνώρισή του ως θύμα πριν και ανεξάρτητα από τη διαδικασία και απόφασή του για συνεργασία με τις διωκτικές αρχές για σκοπούς ποινικής δίωξης των υπευθύνων. Στη συνέχεια, το θύμα θα πρέπει να έχει ικανοποιητικό χρόνο ώστε με την ολοκληρωμένη ενημέρωση και στήριξή του να αποφασίσει για την συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές της δημοκρατίας. Η ανεξάρτητη συνδρομή προς το θύμα θα πρέπει όπως ήδη αναφέρθηκε να συνοδεύει το θύμα καθ όλα τα πιο πάνω στάδια.

  1. Ανεξάρτητη συνδρομή για διασφάλιση της προστασίας και δικαιωμάτων των  θυμάτων στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών  (Προστασία Μαρτύρων,  Απόφαση Πλαίσιο σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, δικαίωμα αποζημίωσης των θυμάτων)

 Συμφωνα με το Νόμο, θύμα το οποίο αποφασίζει να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές θεωρείται μάρτυρας που χρήζει βοήθειας κατά την έννοια του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου. Στην πράξη όμως οι διατάξεις του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου δεν εφαρμόζονται αποτελεσματικά στις περιπτώσεις θυμάτων εμπορίας ανθρώπων.

 Ο περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας των Θυμάτων Νόμος προβλέπει δικαιώματα των θυμάτων, είτε αυτά συνεργάζονται με τις διωκτικές αρχές είτε όχι, τα οποία έχουν σχέση με δικαστικές ή ενδεχόμενες δικαστικές διαδικασίες, είτε ποινικές είτε αστικές. Πιο συγκεκριμένα, τα θύματα έχουν δικαίωμα σε ενημέρωση αναφορικά με τη διαδικασία σχετικά με την υποβολή καταγγελίας, τη διαδικασία εκδίκασης τέτοιων υποθέσεων και το ρόλο τους στο πλαίσιο τέτοιων διαδικασιών, το βαθμό και τους όρους που τους παρέχονται νομικές συμβουλές, τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων δικαιούνται αποζημιώσεις και τους μηχανισμούς που είναι διαθέσιμοι για υπεράσπιση των συμφερόντων τους (Άρθρο 29(2)). Ειδικότερα, τα θύματα που συνεργάζονται με την Αστυνομία έχουν δικαίωμα να ενημερώνονται για τη συνέχεια που δίνεται στην καταγγελία τους από τις διωκτικές αρχές, να πληροφορείται για την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας και για την απόφαση που εκδίδει το δικαστήριο, καθώς και δικαίωμα αποζημίωσης από τη Δημοκρατία για τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας ως μάρτυρες (Άρθρο 40). Σημειώνεται ότι τα δικαιώματα αυτά προβλέπονται, ανεξάρτητα από το κατά πόσο τα θύματα είναι μάρτυρες σε ποινική διαδικασία ήόχι.

Η Απόφαση Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, αναφέρει ως βασικά δικαιώματα των θυμάτων γενικότερα σε ποινική διαδικασία, την πρόσβασή τους σε συνήθως κατανοητές γλώσσες, στις πληροφορίες που χρειάζονται για την προστασία των συμφερόντων τους, τη συνεχή ενημέρωσή τους αναφορικά με τη συνέχεια της υπόθεσής τους, την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας καθώς και την απόφαση που εκδίδεται από το Δικαστήριο. Παράλληλα, η Απόφαση Πλαίσιο κατοχυρώνει την υποχρέωση κάθε κράτους μέλους να διασφαλίσει επαρκές επίπεδο προστασίας για τα θύματα και όταν αυτό ενδείκνυται και για την οικογένεια τους όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής τους ζωής, καθώς να μεριμνά ώστε τα θύματα και οι δράστες να μην έρχονται σε επαφή στα κτίρια των Δικαστηρίων, εκτός αν το επιβάλλει η ποινική διαδικασία. Περαιτέρω, κατοχυρώνονται δικαιώματα σε δωρεάν πρόσβαση, όταν αυτό δικαιολογείται, σε συμβουλές για το ρόλο τους στη διαδικασία καθώς και ενημέρωσή τους για πρόσβαση σε νομικές συμβουλές ή νομική συνδρομή, για το δικαίωμά τους σε αποζημίωση, κ.λ.π. Τα δικαιώματα αυτά κατοχυρώνονται σε σχέση με κάθε θύμα αδικήματος, είτε είναι μάρτυρας είτε όχι σε ποινική διαδικασία.

Η Κύπρος δεν έχει δυστυχώς ενσωματώσει την πιο πάνω Απόφαση Πλαίσιο της Ε.Ε. η οποία είναι νομικά δεσμευτική και ουσιαστικά διασφαλίζει το δικαίωμα της αυτόνομης εκπροσώπησης, νομικής αρωγής, διερμηνείας, ψυχολογικής στήριξης, και άλλα. Αποτέλεσμα της μη ενσωμάτωσης της Απόφασης Πλαισίου είναι ότι τα πιο πάνω δικαιώματα των θυμάτων στο πλαίσιο των δικαστικών διαδικασιών δεν εφαρμόζονται ή/και δεν εφαρμόζονται αποτελεσματικά μέχρι σήμερα.

Εισηγήσεις:

Για σκοπούς αντιμετώπισης των πιο πάνω ελλείψεων και αδυναμιών, υποβάλλουμε τις πιο κάτω εισηγήσεις:

    • Θα πρέπει να προβλεφθεί η παροχή ανεξάρτητης συνδρομής στα θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης. Η ανεξάρτητη συνδρομή θα πρέπει να περιλαμβάνει ενημέρωση των θυμάτων αναφορικά με όλα τα θέματα που αφορούν στην κατάστασή τους, ανάλογα με το στάδιο της διαδικασίας, περιλαμβανομένης της ενημέρωσης αναφορικά με τις δικαστικές ποινικές ή αστικές διαδικασίες. Περαιτέρω, θα πρέπει να παρέχεται συμβουλευτική υποστήριξη και καθοδήγηση των θυμάτων αναφορικά με τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων που προβλέπει ο Νόμος, όπως και διαμεσολάβηση με τις αρμόδιες αρχές εκεί και όπου δεν εφαρμόζεται ικανοποιητικά ο Νόμος. Η ανεξάρτητη συνδρομή θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης ψυχολογική στήριξη των θυμάτων, συμβουλευτική αναφορικά με τις καλύτερες επιλογές που εξυπηρετούν το συμφέρον του θύματος όσον αφορά την παραμονή στη Δημοκρατία ή τον εθελοντικό του επαναπατριμό στη χώρα καταγωγής του και η στήριξη των θυμάτων για ένταξη και επανένταξή τους στην κοινωνία. Η συνδρομή αυτή μπορεί να παρέχεται από ΜΚΟ πρόθυμες να υλοποιήσουν τέτοια προγράμματα και οι οποίες, λόγω της φύσης τους και της ανεξαρτησίας τους αλλά και της δυνατότητάς τους για δικτύωση με άλλες ΜΚΟ στις χώρες καταγωγής των θυμάτων, είναι πιο προσβάσιμες από τα θύματα και πιο αποτελεσματικές.
    • Θα πρέπει να προβλέπεται η νομική εκπροσώπηση και στήριξη των θυμάτων στο πλαίσιο των ποινικών διαδικασιών καθώς και στο πλαίσιο αγωγών για αποζημιώσεις. Η νομική στήριξη θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης την ορθή προετοιμασία των θυμάτων αναφορικά με τις δικαστικές διαδικασίες, είτε ποινικές είτε αστικές, και ιδιαίτερα την προετοιμασία τους ως μάρτυρες, σε συνεργασία με τις διωκτικές αρχές, όπως επίσης και την παρακολούθηση των ποινικών διαδικασιών.
    • Θα πρέπει να ενεργοποιηθεί και αξιοποιηθεί ουσιαστικά και αποτελεσματικά το πρόγραμμα Προστασίας Μαρτύρων προς όφελος των θυμάτων.
    • Θα πρέπει να ενσωματωθεί άμεσα η πιο πάνω αναφερόμενη Απόφαση Πλαίσιο για τα δικαιώματα των θυμάτων με νομοθεσία η οποία να προβλέπει συγκεκριμένα μέτρα που θα ληφθούν για την εφαρμογή της.
  1. Καταφύγιο/α θυμάτων

Το καταφύγιο θυμάτων όπως λειτουργεί μέχρι σήμερα δεν μπορεί να κριθεί ικανοποιητικό για τους πιο κάτω λόγους:

  • Εξυπηρετεί μόνο αναγνωρισμένα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και μόνο γυναίκες.
  • Είναι περιορισμένης χωρητικότητας
  • Δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες των θυμάτων για ένταξη στην κοινωνία αλλά λειτουργεί ουσιαστικά μόνο ως καταφύγιο για την αρχική περίοδο αναγνώρισης ενώ στη συνέχεια δεν υπάρχουν άλλοι χώροι/καταφύγια εξυπηρέτησης των αναγκών των θυμάτων για ένταξη.
  • Δεν έχει σαφείς κανόνες λειτουργίας, όρους και προϋποθέσεις εισδοχής και εγκατάλειψης του καταφυγίου και γενικά διαφανείς διαδικασίες και όρους λειτουργίας του.
  • Δεν υπάρχει πρόσβαση των ΜΚΟ στο καταφύγιο σε περίπτωση που θέλουν να επισκεφθούν θύματα για στήριξή τους.

Εισηγήσεις

Για σκοπούς αντιμετώπισης των πιο πάνω ελλείψεων και αδυναμιών, υποβάλλουμε τις πιο κάτω εισηγήσεις:

  • Δημιουργία καταφυγίων που να φιλοξενούν όχι μόνο αναγνωρισμένα από την Αστυνομία θύματα εμπορίας και εκμετάλλευσης αλλά και εν δυνάμει θύματα μέχρι να διαπιστωθεί και αναγνωρισθεί το καθεστώς τους
  • Τα καταφύγια να καλύπτουν τις ανάγκες όλων των θυμάτων εμπορίας και εκμετάλλευσης ανεξάρτητα από το είδος της εκμετάλλευσης, είτε σεξουαλικής είτε της εργασίας είτε άλλης μορφής.
  • Στα καταφύγια να μπορούν να φιλοξενούνται και άνδρες.
  • Οι κανόνες λειτουργίας των καταφυγίων και οι παρεχόμενες υπηρεσίες προς τα θύματα να υιοθετούνται από πολυθεματική ομάδα στην οποία να συμμετέχουν και ΜΚΟ, έτσι ώστε να υπάρχει πολυθεματική προσέγγιση που να καλύπτει όλα τα θέματα όπως ασφάλεια, προστασία, παροχή ανεξάρτητης συνδρομής, ψυχολογική στήριξη, προγράμματα ένταξης, κ.λ.π.
  • Να υπάρχει πρόσβαση των ΜΚΟ στα καταφύγια υπό όρους και προϋποθέσεις που θα καθοριστούν σε Μνημόνια Συνεργασίας μεταξύ των ΜΚΟ που θα παρέχουν ανεξάρτητη συνδρομή ή άλλες υπηρεσίες στα θύματα και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας.
  1. Ένταξη / Επανένταξη (εθελοντικός επαναπατρισμός)

Ο περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και Προστασίας των Θυμάτων Νόμο δεν κατοχυρώνει το δικαίωμα των θυμάτων, είτε αυτά συνεργάζονται με τις διωκτικές αρχές είτε όχι, σε παραμονή στη Δημοκρατία. Στο πλαίσιο δε του ακολουθούμενου μεταναστευτικού μοντέλου της Κύπρου, τα περισσότερα θύματα επαναπατρίζονται είτε εθελοντικά είτε με απέλαση, χωρίς όμως να προηγηθεί καμία αξιολόγηση του συμφέροντος του θύματος και κατά πόσο είναι δυνατή η ένταξή του στην κοινωνία της χώρας καταγωγής μετά από την τραυματική εμπειρία της εμπορίας και εκμετάλλευσής του.

Στην πράξη, η ακολουθούμενη διοικητική πρακτική όχι μόνο δεν διασφαλίζει την έστω και προσωρινή παραμονή των θυμάτων που δεν αποφασίζουν να συνεργαστούν με την Αστυνομία, μετά την περίοδο περίσκεψης, αλλά δεν αναγνωρίζουν δικαίωμα διαμονής ή άλλα δικαιώματα, ακόμα και σε θύματα που έχουν συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές, μετά το πέρας των δικαστικών διαδικασιών. Και αυτό παρά τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/81/ΕΚ, με τις οποίες η κυπριακή νομοθεσία έχει εναρμονιστεί, σχετικά με τον τίτλο παραμονής που χορηγείται στους υπηκόους τρίτων χωρών θύματα εμπορίας ανθρώπων ή συνέργειας στη λαθρομετανάστευση, οι οποίοι συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές.

Όλες οι μελέτες, τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και άλλων διεθνών οργανισμών, μιλούν για την αναγκαιότητα όπως η επιστροφή θυμάτων στη χώρα καταγωγής τους να γίνεται μόνο σε εθελοντική βάση και μόνο μετά από ενημερωμένη απόφαση του θύματος και εφόσον είναι προς το συμφέρον του, διασφαλίζοντας τόσο την προστασία του θύματος όσο και τη δυνατότητα επανένταξής του.

Εισηγήσεις:

Για σκοπούς αντιμετώπισης των πιο πάνω ελλείψεων και αδυναμιών, υποβάλλουμε τις πιο κάτω εισηγήσεις:

  • Η αποσύνδεση της παραχώρησης άδειας παραμονής και παραχώρησης δικαιωμάτων στην Κύπρο από την προθυμία ή όχι του θύματος να συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές. Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο σημαντικά μέτρα για τα θύματα. Ένα θύμα εμπορίας και εκμετάλλευσης είναι θύμα, είτε συνεργαστεί με τις διωκτικές αρχές είτε όχι, και τα δικαιώματά του διασφαλίζονται από το διεθνές δίκαιο ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  • Η παραχώρηση άδειας μόνιμης διαμονής στην Κύπρο εφόσον αυτό κρίνεται ότι αποτελεί απαραίτητο και προς το συμφέρον του θύματος, μετά από αξιολόγηση της κατάστασης του θύματος από ψυχολόγους και άλλους ειδικούς. Στο πνεύμα της διεθνούς συνεργασίας και αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών και ιδιαίτερα αυτών της Ε.Ε. για καταπολέμηση της εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων, είναι απαραίτητο το κάθε κράτος να αναλάβει μέρος της ευθύνης και να αποδέχεται τη μακρόχρονη ή μόνιμη διαμονή θυμάτων στο έδαφός του και την παραχώρηση δικαιωμάτων ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτά συνεργάστηκαν με τις διωκτικές αρχές ή όχι.
  • Σε κάθε περίπτωση, θύματα που συνεργάστηκαν με τις διωκτικές αρχές να έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην Κύπρο εφόσον το επιλέγουν τα ίδια.
  • Σε κάθε περίπτωση, να αποφεύγεται η απέλαση θυμάτων, ο επαναπατρισμός να γίνεται πάντοτε σε εθελοντική βάση και αφού διασφαλιστεί ότι κατά την επιστροφή στη χώρα καταγωγής του, το θύμα θα τύχει ψυχολογικής και κοινωνικής στήριξης και ενημέρωσης και ότι μπορεί να επανενταχθεί στην κοινωνία της χώρας καταγωγής.

Μέρος Γ: Καταστολή

  •  Προτεραιότητα σε υποθέσεις διακίνησης και εμπορίας προσώπων

 Είναι γνωστό πως στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα θύματα διακίνησης και εμπορίας προσώπων, τα οποία είναι και οι κύριοι μάρτυρες κατηγορίας, είναι νεαρές  γυναίκες από τρίτες χώρες, που έχουν αφήσει πίσω τους μια οικογένεια που περιμένει από την <<ξενιτεμένη>>,  τα μέσα επιβίωσης όσων έμειναν πίσω.

Είναι επίσης γνωστό από τη μέχρι σήμερα εμπειρία πως τα θύματα που παραμένουν – όχι πάντα με την απόλυτη θέλησή τους – στην Κυπριακή Δημοκρατία, με σκοπό τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο, δεν απολαμβάνουν το εύρος, την ποιότητα και την ποσότητα των υπηρεσιών που θα έπρεπε να απολαμβάνουν.

Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και το πρόβλημα των πολλών και μεγάλων αναβολών στη διεκπεραίωση της δικαστικής υπόθεσης, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία του θύματος και την αναγκαστική στην ουσία απόφασή του να απαιτήσει και να διευθετήσει, όπως έχει το δικαίωμα, τον άμεσο επαναπατρισμό του. Να σημειωθεί εδώ ότι τα τελευταία δύο χρόνια είναι συχνό φαινόμενο ο απροειδοποίητος επαναπατρισμός των μαρτύρων, με συχνά παράπονα εκφοβισμού, αλλά και  με σαφείς ενδείξεις χρηματισμού.

Με βάση τα παραπάνω, θεωρούμε απαραίτητη τη διεκπεραίωση της δικαστικής διαδικασίας, σε χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 6 μηνών.

  • Εκπαίδευση Δικαστικού Σώματος

 Παρά το γεγονός ότι η αναγκαιότητα εκπαίδευσης των Δικαστών είναι παραδεκτή από όλους τους εμπλεκόμενους και το θέμα έχει απασχολήσει την ΠΣΟ, εν τούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει σημειωθεί οποιαδήποτε εξέλιξη στο θέμα.

Ίσως ακόμα θα μπορούσε να εξετασθεί όχι μόνο το ενδεχόμενο της εκπαίδευσης, αλλά και αυτό  της εξειδίκευσης των Δικαστών, γεγονός που θα διευκόλυνε τόσο την ορθότερη, όσο και την ταχύτερη εκδίκαση  των υποθέσεων.

  • Εξειδίκευση και εκπαίδευση Δημόσιων Κατήγορων

 Το θέμα της εκπαίδευσης αφορά επίσης και στους Δημόσιους Κατήγορους της Εισαγγελίας, αλλά και της Νομικής Υπηρεσίας, εφόσον οι υποθέσεις Διακίνησης και Εμπορίας Προσώπων, καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια ή στο Κακουργιοδικείο. Η εκπαίδευση βεβαίως θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει τα δεδομένα, όπως την  προετοιμασία των μαρτύρων στο σωστό χρόνο, κάτι που δεν γίνεται σήμερα ή τουλάχιστον δε γίνεται επαρκώς.

  • Εκδίκαση υποθέσεων κεκλεισμένων των θυρών.

 Η εικόνα στην αίθουσα του Δικαστηρίου όπου ή όποιου και αν είναι, είναι πάντα η ίδια: μία αίθουσα γεμάτη από φίλους και υποστηρικτές των κατηγορουμένων, οι οποίοι πολύ συχνά, στέλλουν με διάφορους τρόπους – νοήματα, εκφράσεις, κ.α. – απειλητικά μηνύματα στους μάρτυρες. Μερικές φορές μάλιστα δεν παραλείπουν να εκφράζουν τις απειλές τους ευθαρσώς και σε εκπροσώπους ΜΚΟ που τυχόν παρακολουθούν τη διαδικασία.

Ως εκ τούτου, η ακροαματική διαδικασία θα πρέπει να διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ψυχοσωματική ασφάλεια και ισορροπία του θύματος. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να διασφαλίζεται η παρουσία εκπροσώπων των ΜΚΟ.

  • Ενδυνάμωση και υποστήριξη του θύματος – μάρτυρα

Τα θύματα–μάρτυρες σε υποθέσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης παρουσιάζονται στο Δικαστήριο συνοδευόμενα μόνο από γυναίκα αστυνομικό, χωρίς να λαμβάνεται καθόλου υπόψη η ψυχολογική κατάσταση του θύματος και, επομένως, η παροχή της απαραίτητης στήριξης και βοήθειας.

Θεωρούμε επιβεβλημένη την προετοιμασία του θύματος για την παρουσία του στο Δικαστήριο και τη συνοδεία, παρουσία και υποστήριξη του θύματος από ψυχολόγο ή άλλο σύμβουλο, καθ΄ όλη την ακροαματική διαδικασία.

  • Ενδυνάμωση του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας

 Αποτελεί ένα θέμα που κατά καιρούς έχει συζητηθεί, ενώ έχει γίνει συνάντηση με τον Αρχηγό Αστυνομίας και την Οργάνωση ΣΤΙΓΜΑ, με καμία όμως ουσιαστική εξέλιξη. Είναι πασιφανές ότι η δύναμη του Γραφείου ΚΕΠ είναι ελάχιστη (1 αξιωματικός, 1 λοχίας και 3 αστυφύλακες). Δεν αποτελεί δικαιολογία πως το εν λόγω Γραφείο λειτουργεί ως συντονιστής των υπόλοιπων τμημάτων της Αστυνομίας και στην ουσία εξαρτάται από την <<διάθεση>> των υπολοίπων.

Θεωρούμε πως το Γρ. ΚΕΠ πρέπει να στελεχωθεί με ικανοποιητικό αριθμό αστυνομικών, έτσι ώστε να δύναται να καλύπτει  τις ανάγκες σε 24ωρη βάση. Θα πρέπει επίσης να παραχωρηθεί στο Γραφείο ΚΕΠ ανεξάρτητο κονδύλι για την κάλυψη έκτακτων ή/και άμεσων αναγκών, που κατά καιρούς αναγκάζονται να καλύψουν οι ΜΚΟ.

Σημείωση: Η ποινικοποίηση της ζήτησης – αγοράς σεξουαλικών υπηρεσιών, παρά το ότι περιλαμβάνεται στην πρόληψη, θεωρούμε ότι συμβάλλει σοβαρά και στο θέμα της καταστολής.

 Μέρος Δ: Συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων

 Α. Γενικές παρατηρήσεις

Αναγνωρίζεται πλέον από τα όλα τα ενδιαφερόμενα μέλη η αναγκαιότητα της συνεργασίας μεταξύ κυβερνητικών και μη κυβερνητικών φορέων αλλά και η αναγκαιότητα συνεργασίας μεταξύ όλων των κρατικών υπηρεσιών. Η αναγνώριση της αναγκαιότητας της συνεργασίας σηματοδοτεί ένα πρώτο βήμα προς τη κατεύθυνση για να επισημοποιηθεί η συνεργασία μεταξύ των κρατικών υπηρεσιών  και μη κυβερνητικών οργανώσεων.  Η επισημοποίηση της συνεργασίας μπορεί να θεσπιστεί με διάφορους τρόπους όπως με εσωτερική οδηγία ή για παράδειγμα, από ένα μνημόνιο συνεργασίας (ΜΣ). Η επίσημη και κατοχυρωμένη συνεργασία μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων φορέων μπορεί να χτίσει τη βάση για μια επιτυχημένη και αποτελεσματική στρατηγική για την πρόληψη, προστασία και καταστολή και δίωξη της εμπορίας ανθρώπων.

Μέσω της συνεργασίας, διάφορα συμφέροντα των διαφόρων υπηρεσιών και ΜΚΟ μπορούν να καλυφθούν και ταυτόχρονα οι κοινοί στόχοι να επιτευχθούν. Η συνεργασία μεταξύ αυτών των φορέων μπορεί να έχει διάφορους στόχους για την πρόληψη, προστασία, δίωξη και τη συνεργασίας ΜΚΟ και το κράτος.

Κάποια από τα οφέλη επισημοποιημένης συνεργασίας είναι:

  • Η ανάπτυξη κοινής κατανόησης των στόχων, πολιτικών και ρόλων των διάφορων εμπλεκομένων
  • Η αυξανόμενη γνώση για το φαινόμενο
  • Η ύπαρξη συμφωνημένων αρχών διαδικασιών για τη συνεργασία
  • Η οικοδόμηση αμοιβαίας εμπιστοσύνης μέσω της συνεργασίας.

Γενικά, η επισημοποιημένη συνεργασία μπορεί να γίνει με οδηγία ή με επίσημο μνημόνιο συνεργασίας το οποίο είναι και η πιο κοινή πρακτική που ακολουθείται.

Τομείς που χρήζουν ανάπτυξης πλαισίου συνεργασίας:

  1. Συντονιστή Συντονιστικής Επιτροπής & ΜΚΟ (δράσης πρόληψης / ευαισθητοποίησης, συνεργασία/εμπλοκή στο έργο της συμβουλευτικής)
  2. Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και ΜΚΟ (ανεξάρτητη συνδρομή θυμάτων, πρόσβαση και συνεργασία στα θέματα καταφυγίου, ένταξης και εθελοντικού επαναπατρισμού)
  3. Αστυνομίας και ΜΚΟ (ανεξάρτητη συνδρομή, πληροφόρηση για τα δικαιώματα,  στήριξη του θύματος κατά την διαδικασία συνεργασίας με τις διωκτικές αρχές / διαδικασία λήψης & ετοιμασίας του  μαρτυρικού υλικού, στήριξη θύματος κατά την δικαστική διαδικασία και τέλως διεκδίκηση αποζημιώσεων από τους διακινητές).
  4. Μεταξύ ΜΚΟ που να καλύπτει τόσον τις ΜΚΟ που είναι μέλη της Συμβουλευτικής όσο και ΜΚΟ που δεν είναι μέλη της Συμβουλευτικής (Αλληλοενημέρωση και ανταλλαγή απόψεων για τα σχετικά θέματα συμπεριλαμβανομένων και των θεμάτων που συζητούνται στην Συντονιστική ώστε τα ΝΓΟ που συμμετέχουν να εκπροσωπούν τις απόψεις και θέσεις όλων των ΜΚΟ αλλά και να ενισχύεται η βαρύτητα των θέσεων τους στην Συντονιστική. Συντονισμός των δράσεων τους και καταμερισμός ρόλων και επιμέρους δράσεων στην υλοποίηση των κοινών δράσεων.

Δομές / θεσμοί υλοποίησης των πιο πάνω:

  1. Μνημόνια Συνεργασίας για τους πιο πάνω τομείς.
  • Οφέλη μνημονίου συνεργασίας:

Τα συμβαλλόμενα μέρη του μνημονίου θα είναι προκαθορισμένα και θα αναγνωρίζουν τα αμοιβαία δικαιώματα και ευθύνες τους. Το μνημόνιο συνεργασίας θα αποτελεί μια αμοιβαία συμφωνία και όχι μιας υποχρέωσης που διατυπώθηκε από τη μία πλευρά, αντίθετα από τις οδηγίες που μπορούν να προσχεδιαστούν συνήθως από ένα ή περισσότερα υπουργεία. Οι ευθύνες και οι ρόλοι των συμβαλλόμενων μελών θα είναι ξεκάθαρα ορισμένες. Στην ιδανική περίπτωση, το μνημόνιο θα περιέχει σαφείς οριοθετήσεις και θα προωθεί την κατανόηση διαφορετικών ευθυνών.

    • Το Μνημόνιο θα προβλέπει διαφάνεια και λιγότερη γραφειοκρατία, και κατά συνέπεια μια ταχύτερη και πιο αποτελεσματική αντίδραση θα μπορεί να επιτευχθεί η οποία θα οδηγεί σε επαρκή βοήθεια των θυμάτων.
    • Το Μνημόνιο θα προσφέρει ένα αντικειμενικό πλαίσιο αναφοράς το οποίο θα βοηθά τη μέτρηση της προόδου.
    • Το Μνημόνιο θα ενισχύσει τη λογοδοσία και από τις δυο πλευρές.
    • Το Μνημόνιο θα αναγνωρίζει τους περιορισμούς και τις δεσμεύσεις των εταίρων
    • Το Μνημόνιο θα καθορίζει μέσα από ειδικές παραγράφους τη δυνατότητα αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της συνεργασίας.
  1. Σύσταση Δικτύου Συνεργασίας ΜΚΟ που ασχολούνται με το θέμα ως ομπρέλα μηχανισμός για την συνεργασία και εμπλοκή όλων των ενδιαφερόμενων ΜΚΟ
  1. Σύσταση Φόρουμ για το θέμα στο οποίο να συμμετέχουν ακαδημαϊκοί, κοινωνικοί φορείς, ΜΚΟ, κρατικές υπηρεσίες κ.α.. Το φόρουμ να είναι όσο το δυνατό πιο διευρυμένος και ανοιχτός χώρος προβληματισμού, αναζήτησης και ανταλλαγής απόψεων, εκτιμήσεων και προτάσεων για το θέμα.
Share This
Subscribe To Kisa Newsletter

Subscribe To Kisa Newsletter

Join our mailing list to receive the latest news and updates from our team. KISA's activity is focused on the fields of Migration, Asylum, Racism, and Trafficking, as well as raising awareness in Cypriot society.

You have Successfully Subscribed!