ga('send', 'pageview');

Stop-Discrimination-Now

 

Αρ. Φακ.: Α/Π 2284/2012

Λευκωσία, 27 Μαρτίου 2014

 

Έκθεση Επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

αναφορικά με την άρνηση παραχώρησης άδειας παραμονής

σε αλλοδαπή που απέκτησε παιδί από το γάμο της με Κύπριο

 

Τομέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

Προϊστάμενος:  Άριστος Τσιάρτας

Ερευνών λειτουργός:  Νάσια Διονυσίου

 

Ι. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟΥ – ΘΕΣΕΙΣ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

 

1. Η κ. R. O., στις 22 Οκτωβρίου 2012, μου υπέβαλε παράπονο αναφορικά με το γεγονός ότι, αν και είναι μητέρα παιδιού που απέκτησε από το γάμο της με Κύπριο πολίτη, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ΤΑΠΜ) παραλείπει να προχωρήσει σε ανανέωση της άδειας παραμονής και εργασίας της, με αποτέλεσμα να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η συνέχιση της διαμονής της στην Κύπρο. Η παραπονούμενη, ανέφερε, συγκεκριμένα, ότι, στις 8 Μαρτίου 2012, υπέβαλε αίτηση για ανανέωση της άδειας παραμονής της, χωρίς όμως, μέχρι την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου, να λάβει οποιαδήποτε απάντηση, και ως εκ τούτου να μην μπορεί να εργαστεί, αλλά ούτε και να έχει πρόσβαση στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας.

2. Στα πλαίσια της εξέτασης του παραπόνου, με επιστολή ημερομηνίας 5 Νοεμβρίου 2012, ζήτησα από τη Διευθύντρια ΤΑΠΜ να τοποθετηθεί επί του ζητήματος. Έλαβα απάντηση, ημερομηνίας 18 Δεκεμβρίου 2012, σύμφωνα με την οποία ο λόγος για τον οποίο δεν προχώρησε το ζήτημα της παραχώρησης άδειας παραμονής στην παραπονούμενη ως μητέρας Κυπρίου ήταν ότι δεν προσκόμισε τεστ πατρότητας DNA, όταν αυτό της ζητήθηκε εξαιτίας σοβαρών αμφιβολιών σε σχέση με την πατρότητα του παιδιού της.

3. Η παραπονούμενη υποστηρίζει ότι δεν είναι στη θέση να εξασφαλίσει ένα τέτοιο τεστ, αφενός γιατί δεν μπορεί να καλύψει το κόστος διενέργειάς του (το οποίο ανέρχεται περίπου στα 1000 ευρώ), αλλά και γιατί οι σχέσεις της με τον πρώην σύζυγό της δεν είναι καλές, ώστε να μπορέσει να ζητήσει τη συνεργασία του για κάτι τέτοιο.

 

ΙΙ. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

 

4. Η παραπονούμενη μου διαβίβασε έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), ημερομηνίας 19 Σεπτεμβρίου 2012, η οποία ετοιμάστηκε για να παρουσιαστεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου στα πλαίσια υπόθεσης γονικής μέριμνας. Από την κοινωνική έρευνα που διενεργήθηκε και τα στοιχεία που καταγράφονται προκύπτουν τα ακόλουθα, σε σχέση με το ιστορικό της διαμονής και την οικογενειακή κατάσταση της παραπονούμενης:

5. Η παραπονούμενη κατάγεται από την Ινδία. Το 2002 ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός. Το 2006 τερματίστηκε η απασχόλησή της και η παραπονούμενη υπέβαλε αίτηση για άσυλο. Ακολούθως, η παραμονή της στην Κύπρο συνεχίστηκε με την απόκτηση άδειας παραμονής ως εργαζομένης, με την τελευταία να έχει ισχύ μέχρι τις 15 Απριλίου 2012. Το 2005 η παραπονούμενη συνήψε γάμο με πρόσωπο Πακιστανικής καταγωγής, από τον οποίο απέκτησε ένα παιδί, ηλικίας (κατά το 2012) έξι ετών και μαθητή δημόσιου νηπιαγωγείου. Ένα χρόνο αργότερα το ζευγάρι χώρισε και τη φροντίδα και φύλαξη του παιδιού ανέλαβε η παραπονούμενη, υπό την παρακολούθηση του Κλάδου Προληπτικής Εργασίας των ΥΚΕ.

6. Στις 31 Οκτωβρίου 2008, η παραπονούμενη συνήψε γάμο με Κύπριο πολίτη και στις 17 Ιουλίου 2009 απέκτησε το δεύτερο παιδί της. Μερικούς μήνες μετά τη γέννηση του παιδιού η σχέση του ζευγαριού άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα, τα οποία είχαν ως κατάληξη την οριστική διάσταση του ζευγαριού τον Ιανουάριο του 2011. Έκτοτε, το παιδί διαμένει με τον πατέρα του και τους πατρικούς παππούδες στην οικία των τελευταίων και διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα του. Κατά τη συνεργασία της Λειτουργού με τον πατέρα και το παιδί, διαπιστώθηκε ότι το παιδί λαμβάνει ικανοποιητικής φροντίδας στο περιβάλλον του πατέρα και μεταξύ παιδιού-πατέρα υπάρχει στενός συναισθηματικός δεσμός.

7. Ο πατέρας με αίτησή του στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας ζήτησε να του ανατεθεί γονική μέριμνα του παιδιού, να ρυθμιστεί η προσωπική επικοινωνία της μητέρας με το παιδί και τα στοιχεία του παιδιού να συμπεριληφθούν στον κατάλογο ατόμων των οποίων η έξοδος απαγορεύεται από την Κύπρο χωρίς άδεια Δικαστηρίου. Όπως με έχουν ενημερώσει οι ΥΚΕ, πρόσφατα επιτεύχθηκε συμφωνία των γονέων και το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση Διατάγματος με το πιο πάνω περιεχόμενο.

 

ΙΙΙ. ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΜΟΥ ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΕΣΤ DNA ΓΙΑ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ

 

8. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων που μου παρέχουν οι περί Επιτρόπου Διοικήσεων Νόμοι και υπό την ιδιότητά μου ως Εθνικής Ανεξάρτητης Αρχής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στις 31 Οκτωβρίου 2012 προχώρησα σε Τοποθέτηση [1] σε σχέση με την απαίτηση που τίθεται από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (ΤΑΠΜ) για τη διενέργεια DNA τεστ ώστε να επαληθευθεί η πατρότητα παιδιών από αλλοδαπές μητέρες και Κύπριους πατέρες. Η βασική θέση την οποία διατύπωσα ήταν ότι, όταν το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης θέτει ως προϋπόθεση, είτε για την εγγραφή του παιδιού, είτε για την έκδοση άδειας παραμονής ή την πολιτογράφηση της μητέρας, την απόδειξη της πατρότητας μέσω εξέτασης DNA υπεισέρχεται στη σφαίρα της ιδιωτικής και οικογενειακής αυτονομίας του προσώπου, χωρίς να υπάρχει επαρκές νομοθετικό ή κανονιστικό πλαίσιο που να το επιτρέπει και χωρίς να στηρίζεται σε συγκεκριμένα, σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, που να καθιστούν τη δράση του προβλέψιμη, διαφανή, οριοθετημένη και δικαιικά ασφαλή. Ως εκ τούτου, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι υπάρχει παραβίαση της αρχής της νομιμότητας και κατ’ επέκταση του ανθρώπινου δικαιώματος στην οικογενειακή και ιδιωτική ζωή.

9. Η απάντηση του εμπλεκόμενου Τμήματος είναι ότι το άρθρο 62 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου παρέχει στην αρχή εγγραφής την εξουσία να ζητήσει από οποιοδήποτε πρόσωπο να παράσχει τέτοια έγγραφη ή άλλη μαρτυρία για την αλήθεια των πληροφοριών του. Διαφωνώ με τη θέση αυτή, γιατί, θεωρώ ότι η προσφυγή στην εξέταση DNA ως ένα ιδιαίτερα επαχθές μέτρο που αφορά ευαίσθητες γενετικές πληροφορίες του ατόμου και διεισδύει στον πυρήνα της προσωπικότητάς του, θα πρέπει, αφενός να επιτρέπεται και να ρυθμίζεται ρητά από τη νομοθεσία, και αφετέρου να αιτιολογείται ειδικά από σοβαρούς και εξατομικευμένους λόγους και να αποτελεί το έσχατο μέτρο, όταν πλέον θα έχουν εξαντληθεί ηπιότερες μέθοδοι τεκμηρίωσης της ύπαρξης της οικογενειακής σχέσης μεταξύ των ενδιαφερόμενων προσώπων.

10. Συγχρόνως, και αν ακόμη αποδειχθεί η μη ύπαρξη δεσμού αίματος αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα πρόθεση ή προσπάθεια εξαπάτησης του κράτους, αφού για να θεωρηθεί μια δήλωση πατρότητας ως ψευδής πρέπει αυτός που παρουσιάζεται ως πατέρας να γνωρίζει ότι δεν είναι ο πατέρας και να μην προτίθεται να αναλάβει τη γονική μέριμνα του παιδιού. Με την τηρούμενη, ωστόσο, από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης πρακτική παραγνωρίζονται οι ισχυροί προσωπικοί δεσμοί και σχέσεις αμοιβαίας εξάρτησης που αναπτύσσονται, ακόμη και σε μη βιολογικές οικογένειες. Εξομοιώνεται, δηλαδή, η οικογενειακή σχέση μεταξύ γονέως και τέκνου με την ύπαρξη βιολογικού δεσμού, με αποτέλεσμα να υποτιμείται είτε η κοινή πεποίθηση των γονέων ότι το συγκεκριμένο παιδί είναι παιδί τους είτε οι πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες μεγαλώνουν ένα παιδί ως παιδί τους και οι οποίες θεωρούνται και αναγνωρίζονται από το δίκαιο ως οικογενειακή ζωή.

11. Σε κάθε περίπτωση, η πρακτική που ακολουθείται στερείται δικαιοκρατικών εγγυήσεων, τυπικού και ουσιαστικού τύπου, για αποτροπή αυθαιρεσιών και καταχρήσεων. Επιπρόσθετα, εντονη προβληματικότητα παρουσιάζεται και στο ζήτημα της προστασίας της εμπιστευτικότητας των γενετικών πληροφοριών που λαμβάνονται από το Τμήμα, αφού μένουν παντελώς αρρύθμιστα τα θέματα της συλλογής, επεξεργασίας, αποθήκευσης, διαχείρισης και καταστροφής των προσωπικών αυτών δεδομένων. Ανοιχτό, τέλος, παραμένει και  το ενδεχόμενο να παραβιάζονται και δικαιώματα των ίδιων των παιδιών και της βασικής αρχής σύμφωνα με την οποία κάθε κρατική απόφαση ή πολιτική η οποία επηρεάζει τα δικαιώματα των παιδιών θα πρέπει πρώτιστα να είναι προς το συμφέρον τους.

 

ΙV. Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΟΥ ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΓΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ

 

12. Υπό το φως των πιο πάνω θέσεων, τις οποίες εξακολουθώ να διατηρώ, σε επιστολή μου, ημερομηνίας 23 Σεπτεμβρίου 2013, προς τη Διευθύντρια ΤΑΠΜ σημείωσα τα εξής:

«Η παραπονούμενη έχει διαβιβάσει στο Γραφείο μου Έκθεση του Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται), από την οποία προκύπτει ότι το παιδί γεννήθηκε εντός νόμιμου γάμου της παραπονούμενης με Κύπριο πολίτη. Επιπρόσθετα, ο πατέρας του παιδιού όχι μόνο θεωρεί ως δικό του παιδί το παιδί της παραπονούμενης, αλλά μετά από τη διάσταση του ζευγαριού, το 2011, κράτησε κοντά του το παιδί και διεκδίκησε δικαστικά τη γονική μέριμνα, φύλαξη, φροντίδα και επιμέλειά του. Έπεται ότι ο ίδιος ο πατέρας δεν φαίνεται να έχει τις ίδιες αμφιβολίες που έχει το Τμήμα σας σε σχέση με την πατρότητα του παιδιού.

Ενόψει των πιο πάνω και με βάση το εδάφιο 2 [2] του άρθρου 8 των περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμων, παρακαλώ όπως, το συντομότερο δυνατόν, έχουμε τις δικές σας θέσεις επί του ζητήματος. Παρακαλώ, συγκεκριμένα, όπως με ενημερώσετε από πού απορρέουν οι σοβαρές αμφιβολίες, εξαιτίας των οποίων το Τμήμα σας παραλείπει έως σήμερα να παραχωρήσει άδεια παραμονής στην παραπονούμενη, παρά μόνο μετά την απόδειξη της πατρότητας του παιδιού της.»

13. Στις 24 Ιανουαρίου 2014, απέστειλα στη Διευθύντρια ΤΑΠΜ υπενθυμητική επιστολή, με την ένδειξη «Κατεπείγον», στην οποία σημείωνα ότι «εάν εντός ενός μήνα δεν μου διαβιβαστούν οι δικές σας θέσεις επί του ζητήματος, θα προχωρήσω χωρίς τούτες στην υποβολή Έκθεσης, βάσει των προκαταρκτικών μου συμπερασμάτων». Έως σήμερα δεν έχω λάβει οποιαδήποτε απάντηση, παρά και τις προσπάθειες Λειτουργού του Γραφείου μου να έχει τηλεφωνική επικοινωνία ή επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με την αρμόδια Λειτουργό του ΤΑΠΜ.

 

V. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

 

14.  Σύμφωνα με το τεκμήριο καταγωγής από γάμο, που κατοχυρώνεται στον περί Τέκνων (Συγγένεια και Νομική Υπόσταση) Νόμο [3], «το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου της μητέρας του (…) τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα το σύζυγό της μητέρας του». Η δε ιδιότητα του τέκνου ως τέκνου γεννημένου σε γάμο μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς [4], υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και μέσα σε συγκεκριμένες προθεσμίες [5], από το σύζυγο της μητέρας ή τους γονείς του αν αυτός πέθανε, το τέκνο, τη μητέρα του τέκνου ή από τον πρώτο σύζυγό της μητέρας σε περίπτωση δεύτερου γάμου της μητέρας [6].

15. Στο υπό εξέταση παράπονο, το παιδί της παραπονούμενης γεννήθηκε εντός νόμιμου γάμου της και ως εκ τούτου είναι κατά τεκμήριο παιδί του συζύγου της. Το δε τεκμήριο δεν έχει έως τώρα αμφισβητηθεί από κανένα πρόσωπο που να του αναγνωρίζεται τέτοιο δικαίωμα από το νόμο. Αντίθετα, ο ίδιος ο πατέρας είναι αυτός που ανέλαβε τη φροντίδα του παιδιού, όταν επήλθε διάσταση του ζεύγους, και διεκδίκησε δικαστικά τη γονική μέριμνα. Με απόφαση, δε, του αρμόδιου Οικογενειακού Δικαστηρίου έχει ανατεθεί στον πατέρα η άσκηση της γονικής μέριμνας και έχει ρυθμιστεί το δικαίωμα της μητέρας για προσωπική επικοινωνία με το παιδί της. Σημειώνεται, δε, ότι, σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού, το δικαίωμα επικοινωνίας με το γονέα κατοχυρώνεται και ως αυτοτελές δικαίωμα του ίδιου του παιδιού [7].

16. Δεδομένων των πιο πάνω, η επιμονή του ΤΑΠΜ να θέτει ως προϋπόθεση για την παραχώρηση άδειας παραμονής στην παραπονούμενη την απόδειξη της πατρότητας του παιδιού της είναι προδήλως έκνομη και καταχρηστική. Με τη στάση του, το εμπλεκόμενο Τμήμα φαίνεται να περιφρονεί όχι μόνο τις πρόνοιες της νομοθεσίας, η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της πατρότητας τέκνων, αλλά και τη δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει την ύπαρξη οικογενειακού δεσμού του παιδιού με τον πατέρα του και παραχωρεί στον πατέρα το δικαίωμα γονικής μέριμνας. Θέτει, παράλληλα, σε κίνδυνο την υλοποίηση του δικαιώματος του παιδιού σε προσωπική επικοινωνία με τη μητέρα του και το αντίστοιχο δικαίωμα της μητέρας, όπως έχει ρυθμιστεί από το αρμόδιο Δικαστήριο, αφού της στερεί το δικαίωμα παραμονής στη χώρα.

17. Όπως έχω αναλυτικά εξηγήσει στην Τοποθέτησή μου σε σχέση με την απαίτηση που τίθεται από το ΤΑΠΜ για διενέργεια DNA τεστ ώστε να επαληθευθεί η πατρότητα παιδιών από αλλοδαπές μητέρες και Κύπριους πατέρες [8], η πρακτική που ακολουθείται από το Τμήμα δεν έχει νομοθετικό έρεισμα, αλλά ακόμα και να είχε και πάλι δεν θα μπορούσε να γίνεται ανεκτή σε ένα κράτος δικαίου, αφού έρχεται σε σύγκρουση τόσο με θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της προστασίας των γενετικών πληροφοριών του ατόμου και της προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού, όσο και με βασικές αρχές της έννομης μας τάξης, όπως αυτές της ασφάλειας δικαίου, της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης. Παράλληλα, παραγνωρίζει πρακτικές δυσκολίες των ενδιαφερόμενων προσώπων, όπως την οικονομική τους κατάσταση ή άλλες ατομικές τους περιστάσεις (π.χ. τις σχέσεις μεταξύ των συζύγων).

18. Στην υπό εξέταση υπόθεση αναδεικνύεται με γλαφυρότητα η προβληματικότητα της πρακτικής που ακολουθείται, καθώς και τα παράλογα αποτελέσματα ή και τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί. Παράλληλα, αποδεικνύεται, δυστυχώς για άλλη μία φορά, η τακτική του Τμήματος να παρεμβάλλει αδικαιολόγητα και αυθαίρετα γραφειοκρατικά και διαδικαστικά προσκόμματα για να αρνείται ή να καθυστερεί την παροχή άδειας παραμονής σε πρόσωπα που έχουν δικαίωμα σε παραμονή, όπως εν προκειμένω η παραπονούμενη. Επαναλαμβάνω ότι το δικαίωμα της παραπονούμενης απορρέει από το γεγονός ότι είναι μητέρα παιδιού Κύπριου πολίτη, το οποίο έχει τη μόνιμη διαμονή του στην Κύπρο και έχει δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με τη μητέρα του, δικαίωμα το οποίο έχει αντιστοίχως και η ίδια, όπως της έχει αναγνωριστεί και δικαστικώς. Η, δε, άρνηση του Τμήματος να της παραχωρήσει άδεια παραμονής, εκτός από παραβίαση του δικαιώματος αυτού καθαυτού, αποκλείει την παραπονούμενη και από άλλα βασικά δικαιώματα που επηρεάζουν τη διαβίωσή της στη χώρα, με κυριότερα αυτά της πρόσβασης στην εργασία, στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και στην κοινωνική στήριξη, και πιθανώς την οδηγεί στον κοινωνικό αποκλεισμό ή στον εξαναγκαστικό επαναπατρισμό.

19. Υπό το φως των παραπάνω, η εισήγηση την οποία υποβάλλω προς τη Διευθύντρια ΤΑΠΜ είναι να προωθηθεί τάχιστα η διαδικασία έκδοσης άδειας παραμονής της παραπονούμενης, χωρίς οποιεσδήποτε διατυπώσεις που να αφορούν στην πατρότητα του παιδιού της. Ταυτόχρονα, υποβάλλω την Έκθεση και στο Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών, θέτοντας του εκ νέου το ζήτημα της διενέργειας τεστ DNA για μεταναστευτικούς σκοπούς και καλώντας τον να λάβει μέτρα είτε για τον τερματισμό ή είτε για τη ρύθμισή του, στα πλαίσια της νομιμότητας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των αρχών του κράτους δικαίου.

 

Ελίζα Σαββίδου

Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

 

Υποσημειώσεις και Παραπομπές:


[1] Δράση 3/2012

[2] «Αν σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια της έρευνας ο Επίτροπος κρίνει ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που δικαιολογούν την υποβολή εκθέσεως ή συστάσεως από αυτόν, η οποία δυνατό να επηρεάσει δυσμενώς οποιαδήποτε υπηρεσία ή λειτουργό ή άλλο πρόσωπο, ο Επίτροπος οφείλει να παράσχει σε αυτούς την ευκαιρία να ακουστούν».

[3] Άρθρο 6

[4] Άρθρο 8

[5] Άρθρο 11

[6] Άρθρο 10

[7] Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 9 της Σύμβασης: «Τα συμβαλλόμενα κράτη σέβονται το δικαίωμα του παιδιού που ζει χωριστά από τους δύο γονείς του ή από τον ένα από αυτούς να διατηρεί κανονικά προσωπικές σχέσεις και να έχει άμεση επαφή με τους δύο γονείς του, εκτός αν αυτό είναι αντίθετο με το συμφέρον του παιδιού»

[8] Συνοπτική αναφορά γίνεται στην Ενότητα ΙΙΙ της παρούσας Έκθεσης

 

Who_Are_You_To_Judge

Subscribe To Kisa Newsletter

Subscribe To Kisa Newsletter

Join our mailing list to receive the latest news and updates from our team. KISA's activity is focused on the fields of Migration, Asylum, Racism, and Trafficking, as well as raising awareness in Cypriot society.

You have Successfully Subscribed!